Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017
 
 
 
 

Μην τα χάσετε

 

 

Δραχμοποίηση: Μια ελληνική ιστορία προδοσίας

 
 
 
Στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης οι Έλληνες μετανάστες βίωσαν καταστάσεις που μοιάζουν βγαλμένες από την οικονομική κρίση του σήμερα. Μπορεί όμως το παρελθόν να μας βοηθήσει στο παρόν;
 

«Για τους περισσότερους από εμάς, που ήμασταν φτωχοί, η Ύφεση ήταν σαν τούτη την αρθρίτιδα που έχω. Κανείς δεν εντυπωσιάστηκε από αυτήν, γιατί δεν ήρθε εντελώς ξαφνικά, όπως μια καρδιακή προσβολή. Ήρθε αργά αργά, και πάντα ήλπιζες ότι θα φύγει. Πονούσες αφόρητα και υπέφερες σιωπηλά, γιατί ήσουν εγκλωβισμένος και δεν μπορούσες να ξεφύγεις».

Τα λόγια της Βασιλικής Λυμπεροπούλου, όπως τα διαβάζουμε στο βιβλίο του Κωστή Καρπόζηλου «Κόκκινη Αμερική: Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου», θα μπορούσαν να αντανακλούν σε εμπειρίες της Ελλάδας του σήμερα, αναφέρονται όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες της δεκαετίας του 1930, στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης που άλλαξε ριζικά τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Ανάμεσά τους ο Απόστολος και η Βασιλική Λυμπεροπούλου. Μέχρι την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1929, μπορούσαν να υπερηφανεύονται ότι έχουν εκπληρώσει το αμερικανικό όνειρο, έχοντας αγοράσει ένα μικρό εστιατόριο στο Σικάγο και έχοντας αφήσει πίσω τους τη μισθωτή εργασία. Μέχρι που η Ύφεση «τα άλλαξε όλα», θυμάται η Βασιλική.  Η Ύφεση που έπληξε τους πελάτες του εστιατορίου και κατόπιν τα έσοδα της επιχείρησης, φέρνοντας την οικογένεια αντιμέτωπη με την προοπτική της χρεωκοπίας και την απειλή της έξωσης.

 

Το 1933, στην κορύφωση της Μεγάλης Ύφεσης, ένας στους τρεις οικονομικά ενεργούς Αμερικανούς ήταν άνεργος, ενώ χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία από το Σικάγο, όπου οι μισθοί όσων τυχερών δεν είχαν απολυθεί συρρικνώθηκαν στο ένα τέταρτο. Στο επίκεντρο της κρίσης βρέθηκαν οι ανειδίκευτοι εργάτες και οι μετανάστες, μεταξύ των οποίων πολλοί Έλληνες, με αποτέλεσμα το μοτίβο της πείνας να κάνει γρήγορα την εμφάνισή του στις σελίδες του μεταναστευτικού Τύπου. Διαβάζουμε στον Εθνικό Κήρυκα: «Είμεθα αρκετοί Έλληνες και μάλιστα μερικοί αρκετά μορφωμένοι, από διμήνου όλοι χωρίς εργασίαν. [...] Ζητούμε εργασίαν σ’ ανατολή και δύσι. Γυρίζομεν  νύκτα και μέρα και δεν καταφθάνουμε να εξοικονομήσουμε ούτε το ξερό ψωμί κάθε μέρα».

 Άνεργοι κοιμούνται στα πάρκα, στη Μινεάπολη της Μινεσότα, αρχές της δεκαετίας του 1930 © Library of Congress.

Όταν τα δολάρια έγιναν δραχμές

Τα δεινά τα κρίσης άλλαξαν άρδην τις ισορροπίες μέσα στην ελληνική μεταναστευτική κοινότητα, καθώς ο φαινομενικά ασφαλής μικρόκοσμος, οργανωμένος γύρω από τους μικρούς επιχειρηματίες, τις τράπεζες ελληνικών συμφερόντων και την κοινοτική λειτουργία αποδείχθηκε ανίσχυρος να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις. Από τη μια οι καταγγελίες για άθλιες συνθήκες εργασίες στις ομογενειακές επιχειρήσεις, από την άλλη η αδυναμία των θεσμικών οργανώσεων να υποστηρίξουν τον δοκιμαζόμενο από τη κρίση πληθυσμό, έπληξαν σημαντικά την εμπιστοσύνη στους παραδοσιακούς κοινοτικούς μηχανισμούς.

Μάλιστα, η αμφισβήτηση του κύρους των κοινοτικών μηχανισμών επιτάθηκε περαιτέρω από μια αναπάντεχη εξέλιξη. Στις 29 Ιουλίου 1932 η κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά την υποχρεωτική δραχμοποίηση των «εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα οφειλών». Πρακτικά αυτό σήμαινε ότι οι καταθέτες έχαναν το ένα τρίτο της αξίας των χρημάτων τους, καθώς η ονομαστική ισοτιμία του δολαρίου τον Ιούλιο του 1932 ήταν 154 δραχμές. Οι αντιδράσεις ήταν ετερόκλητες, αλλά συνέκλιναν στο συμπέρασμα του Ριζοσπάστη ότι επρόκειτο για ένα «λωποδύτικο αναγκαστικό διάταγμα». 

null

null

 

 

         Από το αναλυτικό υπόμνημα που έστειλε στις αρχές Αυγούστου ο Αμερικανός πρόξενος Leland Morris και το οποίο επικαλείται στο βιβλίο του ο Κωστής Καρπόζηλος, προκύπτει ότι οι ελληνικές αρχές κατέφυγαν στην αναγκαστική δραχμοποίηση όταν συνειδητοποίησαν τις συνέπειες που είχε η κρίση του 1929  στα εμβάσματα που έστελναν οι Ελληνοαμερικανοί. «Οι Έλληνες στην Αμερική δεν έχουν πια λεφτά να στείλουν εδώ» έγραφε εμπιστευτικά ο γενικός διευθυντής του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών και πράγματι τη χρονιά της αναγκαστικής δραχμοποίησης το ύψος των εμβασμάτων είχε μειωθεί στο ένα τρίτο σε σχέση με το 1930. Αυτήν τη μείωση των εμβασμάτων οι ελληνικές αρχές επιχείρησαν να την αντισταθμίσουν με την υφαρπαγή, μέσω της αναγκαστικής δραχμοποίησης, τμήματος των ελληνοαμερικανικών καταθέσεων στην Ελλάδα.

 

Οι περισσότεροι καταθέτες όμως ήταν βιοπαλαιστές δοκιμαζόμενοι από την κρίση και το μέτρο είχε σημαντικές επιπτώσεις στη μεταναστευτική καθημερινότητα. Ένα πρωτοφανές κύμα διαμαρτυρίας κατέκλυσε πολύ γρήγορα τις ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες. Παράλληλα, εκατοντάδες επιστολές έφταναν στα γραφεία των μεταναστευτικών εφημερίδων με παράπονα, διευκρινιστικές ερωτήσεις, προσωπικές ιστορίες και διάχυτο το αίσθημα της προδοσίας από το ελληνικό κράτος. 

null

null

 

 

         Από πλευράς τους οι μεταναστευτικές εφημερίδες διαβεβαίωναν ότι το μέτρο αφορούσε μόνο σε καταθέσεις που είχαν γίνει σε τραπεζικά ιδρύματα στην Ελλάδα και όχι στα υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Αθηνών στη Νέα Υόρκη και παρότρυναν τους αναγνώστες τους να εμπιστευθούν τα χρήματά τους στις ελληνικές τράπεζες, διότι θα είναι πιο ασφαλή μέσα στη γενικότερη κρίση του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Παράλληλα οι εφημερίδες εισέπρατταν από τις συγκεκριμένες τράπεζες σημαντικά διαφημιστικά κονδύλια. Όταν οι διαβεβαιώσεις αυτές  διαψεύσθηκαν πανηγυρικά, η υπόθεση έλαβε διαστάσεις σκανδάλου.

Έκπληκτοι οι μετανάστες πληροφορήθηκαν ότι οι δύο τράπεζες διοχέτευαν τα αποθεματικά τους στις μητρικές τράπεζες και άρα οι καταθέσεις τους υπόκειντο στο μέτρο της αναγκαστικής δραχμοποίησης. Πολλοί στράφηκαν δικαστικά εναντίον των τραπεζών και των εφημερίδων που είχαν φιλοξενήσει τις παραπλανητικές διαφημίσεις, αλλά η αργόσυρτη εξέλιξη και οι περιπλοκές της υπόθεσης εκμηδένισαν την προοπτική κάποιας αποζημίωσης. Από την άλλη, η ιστορία αυτή σήμανε το ατιμωτικό τέλος της ελληνικής τραπεζικής παρουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οι αρχές της Νέας Υόρκης στράφηκαν εναντίον των ελληνικών τραπεζικών ιδρυμάτων με αποτέλεσμα την αναστολή της άδειας λειτουργίας τους.

null

null

 

null

null

 

null

null

 

 

Προδομένοι και επαναστάτες

Τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης αφενός κλόνισαν τις υποσχέσεις που ο αμερικανικός καπιταλισμός έδωσε στους Έλληνες μετανάστες, αφετέρου μείωσαν την εμπιστοσύνη στους κόλπους των μεταναστευτικών κοινοτήτων καθώς και την εμπιστοσύνη των μεταναστών προς το ελληνικό κράτος. Οι συνθήκες αυτές έδωσαν ώθηση σε κοινωνικές διεργασίες και ιδεολογικές μετατοπίσεις. Οι Αριστερές οργανώσεις απέκτησαν μεγαλύτερο ακροατήριο ενώ τα συνδικαλιστικά κινήματα έλαβαν σαφή μορφή και δράση, παίζοντας το δικό τους ρόλο στο απεργιακό κύμα που σάρωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες τη διετία 1934-1935.

Η ιστορία της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς από τις αρχές του 20ου αιώνα έως και τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου είναι και το αντικείμενο της «Κόκκινης Αμερικής» του Κωστή Καρπόζηλου. «Αυτό που κυρίως με ενδιαφέρει είναι να διερευνήσω το πώς συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές, οι “αόρατοι άνθρωποι”, δηλαδή οι ανώνυμοι μετανάστες, στράφηκαν προς την Αριστερά, αναζητώντας διέξοδο υπό τις περιοριστικές συνθήκες του παρόντος» γράφει ο ιστορικός και συγγραφέας στη εισαγωγή του βιβλίου, υποστηρίζοντας ότι οι σκέψεις, οι επιθυμίες και η δράση των μεταναστών υπήρξαν καθοριστικές για τη διαμόρφωση και αναδιαμόρφωση του εργατικού, σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος στις ΗΠΑ.

Η μάχη του Τολέντο: γενική απεργία, 1934.

Επισημαίνει μάλιστα ότι η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς οι μετανάστες από την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εν αντιθέσει με άλλους μετανάστες που προέρχονταν από τα σοσιαλιστικά κέντρα της Ευρώπης, έφταναν στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς, κατά κανόνα, να έχουν προηγουμένως έρθει σε επαφή με σοσιαλιστικές ή και συνδικαλιστικές δραστηριότητες. Ωστόσο, αρκετοί πολιτικοποιήθηκαν στην Αριστερά σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσουν τις νέες πραγματικότητες της βιομηχανικής εργασίας και της κοινωνικής τους περιθωριοποίησης.

Βεβαίως, πολλοί Έλληνες μετανάστες αναζήτησαν την οργάνωση της καθημερινότητάς τους μέσα από τα εθνοτοπικά σωματεία, τις θεσμικές ελληνοαμερικανικές οργανώσεις, την ορθόδοξη Εκκλησία, τις πατριωτικές ενώσεις που αναφέρονταν σε όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα. Ωστόσο, τα ελληνικά εστιατόρια, τα εργαστήρια κατεργασίας γουναρικών, ιδιοκτησίας εμπόρων από την Καστοριά και οι κάθε λογής μικρές βιοτεχνίες που στηρίχτηκαν στη φθηνή εργασία «ομοεθνών» αποτέλεσαν χώρους ανάπτυξης σημαντικών εργατικών αντιστάσεων με παρόμοιο τρόπο που αναπτύχθηκαν τα ισχυρά συνδικάτα στα χρόνια της μεσοπολεμικής Μεγάλης Ύφεσης.

Η γενική απεργία στον Σαν Φρανσίσκο, 1934 © Library of Congress.

Μια εναλλακτική αφήγηση της ελληνικής μεταναστευτικής εμπειρίας στις ΗΠΑ

Κάπως έτσι ο Καρπόζηλος κατορθώνει τη βασική επιδίωξη που είχε όταν ξεκινούσε τη σχετική έρευνα δέκα χρόνια πριν: να αναμετρηθεί με τις κυρίαρχες απεικονίσεις της ελληνικής μεταναστευτικής εμπειρίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συνοψίζουν την εμπειρία αυτή σε μια γραμμική και ανεμπόδιστη πορεία κοινωνικής ανέλιξης, που εκτυλίσσεται μέσα σε ένα περίκλειστο πλαίσιο κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού.

Εν τέλει η «Κόκκινη Αμερική» αναδεικνύει μια εναλλακτική αφήγηση και ανασυγκροτεί ένα νήμα που είχε χαθεί μέσα στο χρόνο. Το βιβλίο μάλιστα κυκλοφορεί σε μια χρονική συγκυρία όπου οι εικόνες και οι αφηγήσεις των Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ από τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης αναπόφευκτα συνδέονται με πραγματικότητες που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία λόγω της οικονομικής κρίσης.

Μπορεί άραγε το παρελθόν να μας βοηθήσει στο παρόν;

«Δεν θα βρούμε εκεί κάποιον κρυμμένο μηχανισμό, ο οποίος με τη σειρά του θα ξεκλειδώσει μπροστά μας τις επόμενες πίστες της ιστορικής εξέλιξης. Το αντίθετο» απαντά ο συγγραφέας. «Η μελέτη του παρελθόντος θα μας βοηθήσει ίσως να εκτιμήσουμε το απρόβλεπτο της ιστορικής εξέλιξης, καθώς οι προσδοκίες που βασίστηκαν σε βεβαιότητες διαψεύσθηκαν με τρόπο που κανένας δεν θα μπορούσε να έχει φανταστεί». 

Το βιβλίο «Κόκκινη Αμερική:Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου» κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ο συγγραφέας, Κωστής Καρπόζηλος, είναι ιστορικός, Διευθυντής των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).
 

ADVERTISING

SHARE:

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕWS 247 ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ

NEWSLETTER
comments powered by Disqus