Κυριακή, 28 Μαίου 2017
 
 
 
 

Μην τα χάσετε

 

 

Τα σπαθιά στα θηκάρια. Ας παραμερίσουμε το βολεψόμετρο και το πατριωτόμετρο

 
 
 
Ένα άρθρο από μια Ελληνίδα που ζει στις ΗΠΑ και κουράστηκε με την ισοπέδωση για το αν οι νεομετανάστες είναι βολεμένοι ή θύματα
 

της Ναταλίας Τζομπανάκη (“Πού είμαι; Α, ναι… στην Αμερική”)

Τον τελευταίο καιρό πέφτω συχνά πάνω σε κείμενα που υπερασπίζονται τους Έλληνες νεομετανάστες, όπως ενδεικτικά αυτό. Σημαντική αντίθεση σε σχέση με όσα διάβαζα όταν πρωτομετακόμισα στην Αμερική, κοντά τέσσερα χρόνια τώρα, οπότε το κύριο μοτίβο φαινόταν να περιστρέφεται γύρω από την αγανακτισμένη φράση «η Ελλάδα έχει τελειώσει για μένα, δεν αξίζει πια ούτε για διακοπές».

 

Σαν ξαφνικά η νεομεταναστευτική κοινότητα, που πρώτα έδειχνε στην πλειοψηφία της να ξεχνά πως η Ελλάδα έχει ακόμη και θετική όψη, και αφού κουράστηκε να δέχεται σχόλια του τύπου «οι νεομετανάστες πρόδωσαν την Ελλάδα», τώρα να έχει περάσει στην αντεπίθεση. «Μη μας αποκαλείτε βολεμένους, κι εμείς περνάμε δύσκολα, απλώς εσείς δεν μπορείτε να το καταλάβετε» ή «Μη μας λέτε προδότες, αγαπάμε την Ελλάδα και γι’ αυτό φύγαμε, η κατάντια της μας πληγώνει».

Έχω ξαναγράψει στο New Diaspora τη γνώμη μου για το θέμα, υποστηρίζοντας ότι η αλήθεια δε βρίσκεται ποτέ σε απόλυτους αφορισμούς. Όπως τίποτε στη ζωή δεν είναι άσπρο ή μαύρο, έτσι και η νεομετανάστευση είναι μια πολυπαραγοντική συνθήκη, με προσωπικό χαρακτήρα, που δε χωράει σε γενικεύσεις ή σε φράσεις-κλισέ. Η εμπειρία της νεομετανάστευσης είναι ξεχωριστή για τον καθένα που την έχει βιώσει κι εξαρτάται απ’ το γιατί, το πότε και το πώς έφυγε, καθώς και απ’ το πού πήγε, τι βρήκε εκεί και πώς ενσωματώθηκε ή όχι στο νέο του περιβάλλον. Γι’ αυτό ειλικρινά θυμώνω κάθε φορά που διαβάζω ανάλογους διαδικτυακούς καυγάδες, που πάντα αφήνουν απ’ έξω κάποιο κομμάτι της πολύπλοκης τούτης πραγματικότητας.

Έφυγα από την Ελλάδα το 2012 γιατί ο σύζυγός μου, παρά τις υπερεντατικές του προσπάθειες, είχε βρεθεί άνεργος για ενάμιση χρόνο χωρίς να του έχει παρουσιαστεί κάποια προοπτική. Η μετακίνησή μας προχώρησε παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν, επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά από κάποια χρόνια στο εξωτερικό, είχα αποφασίσει συνειδητά να μη ζήσω ποτέ ξανά μακριά της. Και εκείνος, που βρέθηκε, μεσήλικος, σε ξένη χώρα, να ξεκινά απ’ το μηδέν σε ένα απίστευτα ανταγωνιστικό περιβάλλον, και με την ευθύνη της συντήρησης μιας πενταμελούς οικογένειας στους ώμους του, και εγώ, που προσγειώθηκα στο άγνωστο με μικρά παιδιά να φροντίσω, μακριά από το εγκατεστημένο μου δίχτυ ασφαλείας, περάσαμε ένα μεγάλο διάστημα σφραγισμένο με αγωνία και τεράστια ένταση.

Για να μπορέσω να ισορροπήσω στην καινούργια μου κατάσταση, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση μ’αυτό που πραγματικά επιθυμούσα, πέρασαν κυριολεκτικά χρόνια. Ήμασταν οι πρώτοι από τον άμεσο κύκλο μας που έφυγαν και οι περισσότεροι φίλοι μας βρίσκονται ακόμη στην Ελλάδα. Για μήνες ατελείωτους τους σκεφτόμουν και δεν μπορούσα να χωνέψω γιατί εγώ, που η ζωή μακριά απ’ την πατρίδα μού φαινόταν ασυμβίβαστη με την έννοια της ύπαρξης, είχα αναγκαστεί να μεταναστεύσω, ενώ οι άλλοι, που το να φύγουν δεν το έβρισκαν και τόσο φοβερό, είχαν ακόμη τη δυνατότητα να είναι εκεί.

Στο μεταξύ, ο πανδαμάτωρ χρόνος ακολουθούσε μυστικά την πορεία του. Οι καταστάσεις στην Ελλάδα εξελίσσονταν ερήμην μου. Το φετινό καλοκαίρι, στις διακοπές, υπήρξα ταυτόχρονα αυτόπτης μάρτυρας της τρομακτικής έντασης που επικρατούσε στη χώρα και μοναδικός πελάτης, στις ατελείωτες ουρές των ΑΤΜ, που μπορούσε να κάνει ημερήσια ανάληψη μεγαλύτερη από 60 Ευρώ. Η μακρόχρονη απουσία και οι αλλαγμένες περιστάσεις είχαν πλέον υψώσει εμπόδια στην πλήρη ταύτισή μου με το γύρω περιβάλλον, αυτό που ακόμη και τώρα με ορίζει. Το αίσθημα, πιστέψτε με, πονάει, ίσως τόσο όσο το να βλέπεις τα παιδιά σου να μεγαλώνουν τιμώντας διαφορετική πατρίδα, μιλώντας άλλη γλώσσα, αποκτώντας παραστάσεις, προτεραιότητες και συνήθειες που ανήκουν σ’εναν κόσμο αλλότριο απ’ αυτόν που εσύ αγαπάς.

 

 Επιστρέφοντας στην Αμερική το φετινό φθινόπωρο, διαπίστωσα ότι, μάλλον για πρώτη φορά, αυτή τη στιγμή μπορώ κι εδώ να βιώνω στιγμές χαράς, όσο κι αν ακόμη λαχταρώ να βρισκόμουν πίσω στην Ελλάδα. Επίσης ένιωσα μεγάλη ευγνωμοσύνη για το ότι, με τη μετανάστευση, μου δόθηκε η δυνατότητα να ξεφύγω από την αβεβαιότητα που θα αισθανόμουν τώρα, όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, αν ήμουν ακόμη εκεί. Τέλος, παρότι δεν την επιθυμούσα, προσλαμβάνω τελικά την ευκαιρία που μου δόθηκε, να ζυμωθώ με μια εν πολλοίς αντίθετη προς τα δικά μου πιστεύω κουλτούρα, ως εσωτερικό πλούτο. Θα επέστρεφα στην Ελλάδα αύριο αν μπορούσα. Αυτό δεν έχει αλλάξει για μένα. Όμως είμαι ειλικρινά ευγνώμων γι’ αυτό που τώρα ζω, κι ελπίζω – μάταια λένε πολλοί – να μην αργήσει η ώρα του γυρισμού.

 

Αυτή είναι περιληπτικά η δική μου ιστορία νεομετανάστευσης έως εδώ. Ποιος μπορεί να την ονομάσει, με το χέρι στην καρδιά, και χωρίς να παραλείψει κάποιο κομμάτι της, μαύρη ή άσπρη; Ποιος θα με πει μόνο προδότρια, βολεμένη, πατριώτισσα ή θύμα και θα λέει ολόκληρη την αλήθεια; Ο καθένας απ’ αυτούς τους χαρακτηρισμούς ταιριάζει με στοιχεία της νεομεταναστευτικής μου πορείας, χωρίς κανείς να την περιγράφει αποκλειστικά.

Επιπλέον, ποιος και με ποιο κριτήριο θα μετρήσει το ζόρι που πέρασα και ακόμη περνάω και θα το αντιπαραβάλει μ’αυτό που ζουν οι άλλοι στην Ελλάδα; Ασφαλώς η κατάστασή μου εδώ μ’έχει ψυχικά πιέσει, και η πίεση τούτη για μένα έχει υπόσταση, όμως πώς μπορεί αυτή να συσχετιστεί με τη βιοποριστική αγωνία των αυξανομένων ανέργων, των απόρων συνταξιούχων, των κλιμακούμενα απελπισμένων που άφησα πίσω; Πώς μπορώ εγώ απ’ έξω να καταλάβω τις δυσκολίες που εκείνοι περνούν και, αντίστροφα, πώς μπορούν εκείνοι να αισθανθούν όσες προκλήσεις βιώνω εγώ σ’έναν αλλιώτικο κόσμο; Είναι τελικά εφικτή μια τέτοια σύγκριση, ανάμεσα σε τόσο ανόμοιες, ανισοβαρείς και πολυδιάστατες πραγματικότητες, που προϋποθέτουν για την κατανόησή τους βιωματική εμπειρία; Προσωπικά νομίζω πως όχι.

Ας μαζέψουμε, λοιπόν, όλοι τα σπαθιά στα θηκάρια κι ας παραμερίσουμε το βολεψόμετρο και το πατριωτόμετρο. Στην δεινή θέση που έχει περιέλθει τώρα η χώρα μας, δε μου φαίνεται να έχουν κάποια χρησιμότητα. Αυτό που πιστεύω ότι έχει αξία, όταν προσπαθούμε να αποτιμήσουμε το φαινόμενο της νεομετανάστευσης, είναι η κατανόηση των συνθηκών που την κατέστησαν αναγκαία. Και κάτι μάλλον ακόμη πιο σπουδαίο. Η διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους τώρα, υπό τις παρούσες συνθήκες, μπορεί κανείς, με τα δικά του προσωπικά δεδομένα, να συνεισφέρει στην ανάκαμψη της αγαπημένης μας πατρίδας. Το αν η θέση του είναι μέσα ή έξω από τα φυσικά σύνορά της δε βρίσκω να έχει καμιά σημασία.

*Η Ναταλία Τζομπανάκη γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, όμως πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Αθήνα. Το 2012 μετακόμισε με την οικογένειά της στο New Jersey των Η.Π.Α., εξαιτίας της κρίσης στην Ελλάδα. Ασχολείται με γραφιστικές εφαρμογές, εικονογράφηση και συγγραφή κειμένων για παιδιά. Έχει σπουδάσει ιατρική, γραφιστική και οπτική επικοινωνία, Ορθοδόδοξη αγιογραφία, παιδική εικονογράφηση και τώρα παρακολουθεί το τμήμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Προσωπικό web site: www.nattzo.com.

 

(Πηγή: Newdiaspora.com)

 

ADVERTISING

SHARE:

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕWS 247 ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ

NEWSLETTER
comments powered by Disqus