Μην τα χάσετε

 

 

Τι σημαίνει το 'Όχι' στο δημοψήφισμα

 
 
 
Από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος στην έξοδο από την Ευρωζώνη, την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος λόγω διακοπής χρηματοδότησης από την ΕΚΤ και την κλινικά νεκρή οικονομία, χωρίς σύστημα πληρωμών ή λειτουργούσες τράπεζες
 

Τι θα σημαίνει ένα «όχι» στο δημοψήφισμα; Ο Πρωθυπουργός είπε ελάχιστα για το τι θα γίνει μετά ένα «όχι» στο δημοψήφισμα στην ομιλία του το Σάββατο. Ισχυρίστηκε ότι θα κάνει την Ελλάδα πιο ισχυρή. Δήλωσε ότι δεν επιθυμεί «ρήξη» με την Ευρώπη, και ότι το «όχι» θα του δώσει τη να διαπραγματευτεί για καλύτερη συμφωνία. Ισχυρίστηκε ότι η παραμονή μας στο Ευρώ δεν διακινδυνεύει αφού από τις Συνθήκες κανείς «δεν μπορεί να μας δείξει την πόρτα της εξόδου από το κοινό μας σπίτι».

 

Ο Πρωθυπουργός είτε ψεύδεται, είτε έχει άγνοια της πραγματικότητας. Για αντικειμενικούς νομικούς και οικονομικούς λόγους, που θα εξηγήσω εδώ συνοπτικά,η ψήφος για «όχι» σημαίνει στην καλύτερη περίπτωση την έξοδό της Ελλάδας από το Ευρώ και στην χειρότερη την έξοδό της από την ΕΕ.

Είναι αλήθεια ότι οι Συνθήκες δεν προβλέπουν κάποια ήδη έτοιμη διαδικασία εξόδου από την Ευρωζώνη, είτε εθελοντικής είτε υποχρεωτικής. Προβλέπουν μόνο την είσοδο όσων Κρατών Μελών δεν είναι στο Ευρώ όταν εκπληρώσουν τους σχετικούς όρους στο άρθρο 139 της ΣΛΕΕ (ενώ προβλέπουν ειδικό καθεστώς εξαίρεσης για Βρετανία και Δανία). Συνεπώς διαδικασία εξόδου κράτους μέλους από το Ευρώ δεν προβλέπεται από τις σημερινές Συνθήκες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν γίνεται.

Το κλειδί είναι το τραπεζικό σύστημα. Η συμμετοχή στην Ευρωζώνη σημαίνει ότι ολόκληρο το τραπεζικό μας σύστημα είναι συνδεδεμένο με το Ευρωσύστημα, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τους κανόνες και το σύστημα πληρωμών της Ευρωζώνης. Τους τελευταίους μήνες η οικονομική αβεβαιότητα έχει οδηγήσει σε μεγάλη απόσυρση καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες και τίς έχει κάνει να εξαρτώνται απολύτως από την επείγουσα βοήθεια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το ELA (Emergency Liquidity Assistance). Αν αυτή δεν υπήρχε, θα είχαν ήδη χρεοκοπήσει.

Την Κυριακή 28/6, ξεκίνησε όμως μια εντελώς προβλέψιμη αλυσίδα γεγονότων που προκύπτει από τους κανόνες της Ευρωζώνης (και που έχω εξηγήσει αλλού, σε άρθρα μου εδώ, εδώ και εδώ) και την οποία προκάλεσε η μονομερής απόφαση του κ. Τσίπρα για πρόωρη διακοπή των διαπραγματεύσεων.

Η ΕΚΤ, εφαρμόζοντας τους κανόνες της, έκρινε ότι δεν μπορούσε να αυξήσει άλλο την βοήθεια στις ελληνικές τράπεζες. Αμέσως μετά οι ρυθμιστικές αρχές και η κυβέρνηση της Ελλάδας αποφάσισαν να κρατήσουν κλειστές τις τράπεζες και να επιβάλουν κεφαλαιακούς ελέγχους, μέτρα που ήταν αναγκαία για να προστατεύσουν το τραπεζικό σύστημα και το σύστημα πληρωμών, αλλά θα δημιουργήσουν ασφυξία στον επιχειρηματικό κόσμο και τεράστια αβεβαιότητα για το μέλλον.

Η κατάσταση των ελληνικών τραπεζών θα χειροτερέψει την Τετάρτη. Η ΕΚΤ έχει πει εδώ και μήνες ότι δεσμεύεται νομικά να μην δανείζει περαιτέρω τις ελληνικές τράπεζες αν το πρόγραμμα διάσωσης λήξει, όπως προβλέπεται να γίνει στις 30 Ιουνίου, δηλαδή την Τρίτη το βράδυ. Από τότε και μετά, είναι άγνωστο πώς θα χρηματοδοτούνται.

Μπορεί το «όχι» να αλλάξει την κατάσταση; Αυτό αποκλείεται. Με άδηλο το μέλλον της χρηματοδότησης των τραπεζών, αυτές θα παραμείνουν κλειστές επ’ αόριστο. Θα μπορούσε να τις ανοίξει μια νέα δανειακή συμφωνία με την ΕΕ και το ΔΝΤ, αλλά ο κ. Τσίπρας την έχει αποκλείσει όσο αυτή θα επιβάλει «λιτότητα», δηλαδή την δημοσιονομική πειθαρχία που επιβάλουν οι κανόνες της Ευρωζώνης.

Η πάροδος του χρόνου θα χειροτερεύει διαρκώς την κατάσταση και δεν θα κάνει την συμφωνία πιο πιθανή. Η Ελλάδα θα χάσει όχι μόνο την πληρωμή του ΔΝΤ στις 30 Ιουνίου, αλλά εφόσον διαρκεί η σύγκρουση με την Ευρωζώνη και τις πληρωμές στην ΕΚΤ στις 20 Ιουλίου. Και για τα δύο γεγονότα το EFSF έχει δικαίωμα να κάνει αμέσως απαιτητά τα δάνεια του (με cross default, ρήτρα 9.1 της Master Finanicial Assistance Facility Agreement, 12 Δεκεμβρίου 2012). Αν γίνει αυτό, η χρεοκοπία της Ελλάδας και των τραπεζών της θα είναι οριστική.

Αλλά ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση που το EFSF δεν αντιδράσει αμέσως, χωρίς στήριξη από την ΕΚΤ οι τράπεζες θα παραμείνουν κλειστές ή στην καλύτερη περίπτωση θα λειτουργούν με εξαιρετικά περιοριστικούς κεφαλαιακούς ελέγχους. Όσο όμως δεν έχουμε σύστημα πληρωμών ή λειτουργούσες τράπεζες, η οικονομία μας θα είναι κλινικά νεκρή. Η μόνη διέξοδος της κυβέρνησης τότε πέραν της παραίτησης και εκλογών, που υποθέτω ο κ. Τσίπρας δεν θα επιθυμεί, θα είναι να ξανανοίξει τις τράπεζες με εθνικοποίηση και ανακεφαλαιοποίηση. Αυτό όμως μπορεί να γίνει μόνο με δραχμή.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε να γίνει και με υποσχετικές (I.Ο.U.), που θα μας κρατήσουν στο Ευρώ. Μπορούν κάποιου είδους υποσχετικές να λύσουν το πρόβλημα, ώστε να παραμείνουμε – έστω πτωχευμένοι - στο Ευρώ με ανοιχτές τράπεζες, χωρίς συμφωνία με τους εταίρους μας στην Ευρωζώνη; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι. Ο λόγος είναι νομικός.

Η έκδοση υποσχετικών που θα ήταν ελεύθερα ανταλλάξιμες θα ήταν μονομερής νομισματική ενέργεια. Κάθε μονομερής νομισματική ενέργεια προσκρούει ευθέως στις υποχρεώσεις της χώρας μας από τις Συνθήκες. Το άρθρο 3 της ΤΕΕ ορίζει ότι: «Η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα στους ακόλουθους τομείς: .. γ) νομισματική πολιτική για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ». Η αρχή αυτή γίνεται πιο συγκεκριμένη σε άλλες ειδικές διατάξεις των Συνθηκών και του δικαίου της ΕΕ, π.χ. άρθρο 128 που ορίζει ότι την έκδοση Ευρώ την κάνει αποκλειστικά η ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μονομερής ενέργεια της Ελλάδας θα ήταν παράνομη και ανίσχυρη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα είχε τότε δικαίωμα να προσφύγει εναντίον της Ελλάδας στο Δικαστήριο της ΕΕ για να προστατεύσει τους κανόνες της Ευρωζώνης. Ακόμα πιο σημαντικό όμως θα ήταν ότι όλοι οι απλοί πολίτες ή επιχειρήσεις, που θα τους έχει πληρώσει η Ελλάδα σε υποσχετικές θα είχαν το δικαίωμα να προσφύγουν σε εθνικά δικαστήρια εναντίον του δημοσίου. Οι πληρωμές με οποιασδήποτε μορφής παράλληλο νόμισμα ή υποσχετική (που θα είχε ίδια ονομαστική αλλά χαμηλότερη πραγματική αξία με τα ευρώ) θα ήταν ανίσχυρες και επειδή το δίκαιο της ΕΕ έχει αυξημένη τυπική ισχύ, κανένας ελληνικός νόμος ή πράξη νομοθετικού περιεχομένου δεν θα μπορούσε να το αλλάξει. Είτε οι μεγάλοι προμηθευτές του δημοσίου, είτε οι απλοί πολίτες θα προσέφευγαν αμέσως στα δικαστήρια εναντίον του δημοσίου απαιτώντας να πληρωθούν τα συμβόλαια, οι μισθοί και οι συντάξεις τους σε πραγματικά Ευρώ. Οι καταθέτες θα προσέβαλαν τις διατάξεις που θα είχαν μετατρέψει τις καταθέσεις τους σε υποσχετικές και ούτω καθ’ εξής.

Η οικονομία μας θα βρισκόταν συνεπώς σε ένα διαρκές χάος, αφού καμμία πληρωμή δεν θα ήταν σίγουρο ότι είναι σε Ευρώ ή σε υποσχετική ή σε κάτι άλλο. Όλοι θα διεκδικούσαν αυτό που τους συμφέρει – να πληρώνονται σε σκληρό νόμισμα και να πληρώνουν σε πληθωριστικές «υποσχετικές». Το ίδιο θα συμβεί και αν η Ελλάδα πάει μονομερώς στη δραχμή, σενάριο που θα ήταν εντελώς παρόμοιο με τις «υποσχετικές» στην παραβίαση του δικαίου της ΕΕ.

Τέτοιες συνθήκες νομικού χάους θα εξαναγκάσουν τελικά την ελληνική κυβέρνηση να ζητήσει η ίδια να απεγκλωβιστεί από τους κανόνες της Ευρωζώνης. Η μόνη λύση θα είναι να πάει με την συμφωνία των εταίρων και αλλαγή των Συνθηκών επίσημα στην δραχμή.

Ο μόνος τρόπος γι αυτό θα είναι να ζητήσει η ίδια η ελληνική κυβέρνηση την αναθεώρηση των Συνθηκών. Η αλλαγή απαιτεί όμως ομοφωνία μεταξύ όλων των Κρατών Μελών της ΕΕ. Ενόψει της δραματικής κατάστασης της Ελλάδας είναι βέβαιο ότι η αλλαγή θα γινόταν με την απλουστευμένη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 48(6)της Συνθήκης της ΕΕ (ενδεχομένως προσθέτοντας τη φράση «και η Ελλάδα» στο άρθρο 139 (1) ΣΛΕΕ). Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι εταίροι μας δεν θα έλεγαν κατ’ αρχήν όχι σε ένα τέτοιο αίτημα. Θα έθεταν όμως όρους.

Αυτό ανοίγει τον δρόμο σε ένα ακόμα χειρότερο σενάριο. Κάποιοι εταίροι μας (π.χ. Φινλανδία, Σλοβακία) ενδέχεται να απαιτήσουν έξοδο όχι μόνο από την Ευρωζώνη, αλλά και από την Ευρωπαϊκή Ένωση (που προβλέπεται από το άρθρο 50 της Συνθήκης). Αυτό μπορεί να το κάνουν είτε για να σεβαστούν την αρχή της Ευρωζώνης ότι δεν νοείται έξοδος από το Ευρώ όσο μια χώρα είναι μέλος της ΕΕ, είτε για να αποτρέψουν ανάλογες συμπεριφορές στο μέλλον από άλλες χώρες, είτε για να διαλύσουν τις αμφιβολίες των αγορών για την αποφασιστικότητα της Ευρωζώνης. Έστω και αν μια χώρα το απαιτήσει και επιμείνει, η έξοδος της Ελλάδας θα γίνει μονόδρομος.

Η εθελοντική έξοδος από την ΕΕ θα ήταν τότε το αντάλλαγμα που θα δίναμε για να ανοίξουν οι τράπεζές μας με νόμιμες δραχμές. Η Ελλάδα θα ήταν τότε σε τόσο δραματική κατάσταση, που δεν θα μπορούσε να αρνηθεί ακόμα και αν ήθελε. Μάλιστα ο Σύριζα του κ. Λαφαζάνη, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή θα χαιρέτιζαν την έξοδο αυτή ως θρίαμβο της εθνικής ανεξαρτησίας, ενάντια στους «βάρβαρους» και «μνημονιακούς» Eυρωπαίους. Θα υποστήριζαν δε ότι το «όχι» τους δίνει και την σχετική νομιμοποίηση. Το νέο πελατειακό κράτος του Σύριζα θα μπορούσε τότε να στηθεί χωρίς κανένα έλεγχο και εμπόδιο από τους κανόνες της ΕΕ, ελέγχοντας πλέον όλες τις εθνικοποιημένες τράπεζες, το νόμισμα και την Τράπεζα της Ελλάδος. Η έξοδός μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν τότε γεγονός.

Η εξέταση των νομικών και οικονομικών δεδομένων ως έχουν δείχνουν λοιπόν ένα πράγμα μόνο. Αν νικήσει το «όχι» η οικονομία θα ξαναλειτουργήσει μόνο με επίσημη συμφωνία για έξοδο από την Ευρωζώνη και επιστροφή στη δραχμή, συμφωνία που ενδέχεται να απαιτήσει και την έξοδο μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ας μην έχουμε λοιπόν καμία αμφιβολία. Η ψήφος για το «όχι» που ζητά η κυβέρνηση, φέρνει μια ανυπολόγιστη οικονομική και πολιτική καταστροφή.

* Ο Παύλος Ελευθεριάδης διδάσκει δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και είναι υπεύθυνος Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Ποτάμι.

 

ADVERTISING

SHARE:

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕWS 247 ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ

NEWSLETTER
comments powered by Disqus