Μην τα χάσετε

 

 

Μαγικό! Εισπράττουν λιγότερα, τους μένουν περισσότερα να μοιράσουν

 
 
Οι επιλογές του ΥΠΟΙΚ επηρεάζουν αρνητικά τις προοπτικές της οικονομίας αλλά διασφαλίζουν χρήμα για μοιρασιά
 

Το πώς γίνεται να υπάρχει ταυτόχρονα υστέρηση στα έσοδα του προϋπολογισμού και η Κυβέρνηση να διαθέτει πλεόνασμα προς διανομή, είναι δυσνόητο για πολλούς συμπολίτες μας. Η εξήγηση ωστόσο είναι σχετικά απλή, όμως πρακτικά επιβεβαιώνει τους φόβους όσων εκτιμούν ότι σύντομα δεν θα υπάρχουν φορολογούμενοι για να στηρίξουν τις επιδοματικές διαθέσεις της Κυβέρνησης.

 

Ο αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών κος. Γ. Χουλιαράκης σε μια προσπάθεια να ανασκευάσει όσα κυνικά είχε πει την προηγούμενη εβδομάδα για την μεσαία τάξη, δήλωσε χθες ότι η υπερφορολόγηση θα διορθωθεί, όμως οι πληγές από τις επιλογές του οικονομικού επιτελείου ίσως χρειαστούν πολλά χρόνια για να επουλωθούν.

Θα μπορούσε βεβαίως κανείς να πει ότι δεν υπάρχει αστοχία στα φορολογικά έσοδα του κράτους ή ακόμη και να αρνηθεί το ενδεχόμενο της φορολογικής κόπωσης των Έλληνων, λέγοντας απλά ότι η Κυβέρνηση έβαλε πολύ ψηλά τον πήχυ. Ακόμη και έτσι να είναι, η συμφωνία με την Τρόικα έγινε στη βάση αυτών των δεδομένων αλλά η Κυβέρνηση κατάφερε να εισπράξει 2,265 δισ. ευρώ λιγότερα από ότι υπολόγιζε. Υπήρχε μόνον ένας τρόπος να διατηρήσει το θηριώδες πλεόνασμα που απλόχερα μοίρασε προχθές ο Πρωθυπουργός. Να συγκρατήσει τις δημόσιες δαπάνες.

Όπερ και έκανε. Κατά το ίδιο διάστημα (Ιανουαρίου-Οκτωβρίου2017) οι δαπάνες του κράτους ήταν μειωμένες κατά 2,940 δισ. ευρώ και πρακτικά “εξαφάνισαν” το όποιο πρόβλημα προέκυψε από την αστοχία στην είσπραξη. Το αποτέλεσμα ήταν πλεονασματικό.

Αν όμως η διαχείριση των οικονομικών μιας χώρας ήταν τόσο απλή υπόθεση, ουδείς θα είχε ανάγκη τις εξειδικευμένες γνώσεις οικονομολόγων. Με τον ίδιο τρόπο άλλωστε τα βγάζει πέρα ένα νοικοκυριό ή μία επιχείρηση. Όταν δεν έχει χρήματα δεν ξοδεύει. Οι Κυβερνητικές επιλογές όμως επηρεάζουν ένα σύνθετο πλέγμα από ισορροπίες που αποτελούν την εθνική οικονομία.

Σε ένα περιβάλλον ύφεσης, όπως αυτό που βιώνει η χώρα κατά την τριετία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ η επιβολή υψηλής φορολογίας επιδεινώνει περαιτέρω τις προοπτικές της οικονομίας που βρίσκεται σε περιβάλλον ύφεσης. Οι επιχειρήσεις είναι απρόθυμες να επενδύσουν ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχουν κεφάλαια προς επένδυση. Οι ίδιες οι τράπεζες αναφέρουν ότι οι λιγοστές επιχειρήσεις που θα ήθελαν να δανειοδοτήσουν και πληρούν τα κριτήρια, δεν επιθυμούν να λάβουν τραπεζικό δανεισμό, αποθαρρημένες από το κόστος δανεισμού, την υψηλή φορολογία και τις επιπτώσεις που έχει στην κατανάλωση.

Με τις τραπεζικές κάνουλες πρακτικά κλειστές και τις άμεσες ξένες επενδύσεις να είναι ανύπαρκτες (η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την αύξησή τους, η οποία ωστόσο βασίζεται αποκλειστικά στην πώληση των περιφερειακών αεροδρομίων, την οποία προηγουμένως πολεμούσε), η μόνη ελπίδα για επενδύσεις και ενίσχυση της κατανάλωσης προέρχεται αποκλειστικά από τις δαπάνες του δημοσίου. Αυτές τις δαπάνες “κούρεψε” για να συντηρήσει το αφήγημα του υψηλού πλεονάσματος.

Και δεν θα διστάσει να το ξανακάνει αν παραστεί ανάγκη. Το ξεκαθάρισε επίσης χθες ο κος Χουλιαράκης. «Να θυμίσω ότι το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θεωρεί ότι δεν υπάρχει πια χώρος περαιτέρω συμπίεσης των πρωτογενών λειτουργικών δαπανών του δημοσίου. Εγώ διαφωνώ. Εγώ νομίζω ότι υπάρχει», είπε χαρακτηριστικά ο Υπουργός προετοιμάζοντάς μας για τη συνέχεια.

Με αυτό το μίγμα υπερφορολόγησης και διαρκούς περικοπής δαπανών η Κυβέρνηση πετυχαίνει δύο πράγματα. Πρώτον υλοποιεί την περιβόητη αναδιανομή του πλούτου. Είναι πρωτοφανές το γεγονός ότι για πολλούς επαγγελματίες, η αύξηση του τζίρου έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση των κερδών ως συνέπεια των παράλογων συντελεστών και της δαιδαλώδους νομοθεσίας. Είναι βέβαιο ότι κάτι ανάλογο δεν έχει συμβεί ποτέ σε κάποια καπιταλιστική κοινωνία. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό αντικίνητρο παραγωγικότητας.

Δεύτερον στερεί την οικονομία από τα μοναδικά κεφάλαια που μπορούν να την τονώσουν. Ο αγαπημένος Κέυνς υποστήριζε ότι “για να σωθεί η οικονομία, το Κράτος πρέπει να προσλαμβάνει έναν εργάτη για να ανοίγει μια τρύπα και ένα άλλο εργάτη για να την κλείνει”. Το δικό μας κράτος παίρνει συμβασιούχο για να ανοίξει την τρύπα, δεν προλαμβάνει εργάτη για να κλείσει την τρύπα, δίνει και στους δύο επίδομα φτώχειας και εν συνεχεία τους υπερφορολογεί με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο..

Η ομολογία της σκοπιμότητας όλων αυτών των επιλογών δεν αθωώνει βέβαια το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης. Τουναντίον καθιστά σαφές ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν την επάρκεια να αντιληφθούν ή ακόμη και να προβλέψουν τις συνέπειες των πολιτικών τους. Οι ίδιοι άλλωστε παραδέχονται κυνικά τις επιλογές τους και ενίοτε κομπάζουν γι’ αυτές δικαιολογώντας τες με ιδεολογικούς όρους. Τώρα προέχει το πλεόνασμα και η μοιρασιά του. Η ανάκαμψη της οικονομίας μπορεί να περιμένει.

 

ADVERTISING

SHARE:

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕWS 24/7 ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ

NEWSLETTER
Best of Network