Μην τα χάσετε

 

 

Το διαδίκτυο, η ενημέρωση και ο Βασιλάκης Καΐλας

 
 
Με αφορμή μια προ δεκαετίας τηλεοπτική διαφήμιση, ο δημοσιογράφος Χριστόδουλος Αθανασάτος κάνει μια αναδρομή στις αλλαγές και τις συνέπειες που επέφερε το διαδίκτυο όλα αυτά τα χρόνια στην ενημέρωση, κάνοντας μια εκτίμηση για το μέλλον
 

Αφορμή για αυτό το άρθρο στάθηκε ένα βίντεο που βρήκα από το μακρινό 2006: Είναι το τηλεοπτικό σποτ που είχαμε εμπνευστεί για το νεοσύστατο τότε ειδησεογραφικό portal της Πάτρας, patranews.gr, που – αν και δεν μας ανήκει πλέον - είχαμε ιδρύσει, μαζί με άλλους δυο συναδέλφους μου. Ήταν η εποχή που το WiFi και το αυτονόητο των γρήγορων συνδέσεων ήταν ακόμη άγνωστες λέξεις για τα ελληνικά δεδομένα. Για την ακρίβεια, επρόκειτο για το χρονικό σημείο που είχαν ξεκινήσει να γίνονται προσιτές για όλα τα σπίτια οι συνδέσεις ADSL, που έμελλε να βάλουν το σύγχρονο internet σε κάθε σπίτι.

 

Του Χριστόδουλου Αθανασάτου

Το concept της διαφήμισης ήταν σουρεαλιστικό: Ένα παιδί με τραγιάσκα και κοντά παντελονάκια, βγαλμένο από την δεκαετία του '60, να κάνει βόλτα σε έναν πεζόδρομο – «μόστρα» (με την αίσθηση της βόλτας να σου δίνει αέρα του τότε νεοπλουτισμού που μας είχε όλους ανεξαιρέτως βαρέσει στο κεφάλι) και να το πλησιάζει ένας καλοστεκούμενος, ωραία ντυμένος κύριος, ο οποίος με ένα ευρώ αγόραζε ένα... λαπτοπ (ίσως λίγο άστοχο το ένα ευρώ, αφού το περιεχόμενο ήταν δωρεάν) για να διαβάσει τα νέα στην μπάρα μιας καφετέριας. Κάπως έτσι το είχαμε φανταστεί, πολύ πριν οι καφετέριες βάλουν ασύρματα δίκτυα και όντως διαβάζουμε τα νέα στην μπάρα, με τα κινητά βέβαια και όχι τον ήδη ξεπερασμένο φορητό υπολογιστή που χρησιμοποιήσαμε.

 

Εννέα χρόνια μετά τον «Βασιλάκη Καϊλα» και τον «γιάπη» συμπρωταγωνιστή του, οι εξελίξεις ακολούθησαν έναν φρενήρη ρυθμό, ανάλογο με αυτόν που ακολούθησε η ελληνική τηλεόραση όταν «έσπασε» το δημόσιο μονοπώλιο, πίσω στο 1989:

Α) Τα ειδησεογραφικά portals πολλαπλασιάστηκαν

Δεν ισχύει μόνο στην Ελλάδα, αλλά παγκοσμίως. Τα διαδικτυακά portals αποτέλεσαν αρχικά ένα ιδανικό «συμπλήρωμα» μεγάλων εφημερίδων ή Ομίλων Media. Χρησιμοποιούσαν τους ίδιους δημοσιογράφους, οι οποίοι εργάζονταν πλέον για ένα επιπλέον ΜΜΕ. Ασφαλώς, η προσέγγιση παλαιότερα ήταν σαφώς διαφορετική: «Θα κάψουμε τα θέματα της αυριανής έκδοσης;». Αυτό το δίλημμα είχε διάφορες προσεγγίσεις: Μια πιθανότητα ήταν να κάνεις «εμπάργκο» στο θέμα μέχρι την επόμενη ημέρα, μια άλλη να το προαναγγείλεις για να στείλεις περισσότερο κόσμο στα περίπτερα και η άλλη να δώσεις κάποιες πληροφορίες και να παραπέμψεις για τις λεπτομέρειες στην έντυπη έκδοση. Η συνέχεια βέβαια είδε περισσότερο τα έντυπα να προσαρμόζονται στις ανάγκες του διαδικτύου και όχι το αντίθετο.

Εκτός όμως από εργαλείο ενός Ομίλου, το διαδίκτυο αποτέλεσε το καταφύγιο για δημοσιογράφους που ήθελαν να ξεκινήσουν ένα δικό τους Μέσο με σαφώς χαμηλότερο μπάτζετ. Σε πολλές περιπτώσεις, οι ίδιοι οι «ιδρυτές» είναι και οι ρεπόρτερ, οι οποίοι βάζουν την εμπειρία και την προσωπική τους εργασία, προσβλέποντας σε επισκέψεις και ανάλογα κέρδη. Κάποιες φορές το καταφέρνουν, κάποιες άλλες όχι. Ιδίως στην Ελλάδα, με την αγορά σε απελπιστική κατάσταση και τα site να ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο, είναι εξαιρετικά δύσκολο για κάποιον δημοσιογράφο να εξασφαλίσει μηνιάτικο από το διαδίκτυο και μόνο, όσο σκληρά κι αν εργαστεί. Πολλώ δε μάλλον, όταν έχει να αντιμετωπίσει ανταγωνισμό από κάποιο portal το οποίο χρηματοδοτείται από επιχειρηματίες ή μιντιακά σχήματα.

Ασφαλώς, η τρίτη και πιο χαρακτηριστική μορφή είναι οι «Όμιλοι Portals". Πρόκειται για μεγάλους δημοσιογραφικούς ομίλους οι οποίοι διαθέτουν διάφορα sites, που καλύπτουν κάθε θεματολογία: Ειδησεογραφικά, Αθλητικά, Lifestyle, Ποικίλης ύλης, όλα αλληλοτροφοδοτούμενα, αλληλοβοηθούμενα και με σαφώς μεγάλη δυναμική, θυμίζοντας σε πολλούς τους αντίστοιχους παλαιότερους ομίλους περιοδικών, πολιτικών και αθλητικών εντύπων.

Ξεχωριστή κατηγορία αφορούν τα blogs, τα οποία, ασφαλώς, έχουν την δική τους μορφή, το δικό τους κοινό και την δική τους δυναμική.

Β) Ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας

Από την στιγμή που μπήκαν στο παιχνίδι τα social media – τα οποία και εγώ και εσύ και όλοι πολλές φορές κατακρίνουμε αλλά κατά βάθος τα θαυμάζουμε – η διάδοση μιας ανάρτησης έγινε σαφώς ευκολότερη και λιγότερο σύνθετη υπόθεση.

Πλέον, δεν απαιτείται μια συνεργασία με ένα μεγαλύτερο site, ένας καλός αριθμός «μόνιμων» επισκέψεων ή ένα τηλεφώνημα για διάδοση από τον έναν στον άλλον: Ο «Βασιλάκης Καϊλας» που φωνάζει το «έκτακτο παράρτημα», γίνεται διαδικτυακός, εισχωρεί στα social media και το Live Feed, αυτοματοποιημένο και αποκαλυπτικό, θα σου φέρει μπροστά την είδηση μόνο του. Αν δε ο τίτλος είναι πειστικός, πολύ πιθανόν και να το ανοίξεις.

Έτσι, ένας δημοσιογράφος που «σκαλίζει» ένα θέμα κι έχει μια πηγή λιγότερο αποτελεσματική από έναν συνάδελφό του, ίσως μάθει μια εξέλιξη ή μια λεπτομέρεια αργότερα από έναν οποιονδήποτε απλό χρήστη του Facebook ή του Twitter, ο οποίος χαζεύει στην καφετέρια ή στο σπίτι λίγο πριν πάει για ύπνο.

Γ) Όταν η «πληροφορία» κυκλοφορεί ανεξέλεγκτη

Παλαιότερα, ένας αδέξιος δημοσιογραφικός χειρισμός σε ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα – το οποίο διέθετε ή στόχευε στην αμεσότητα που απέκτησε το διαδίκτυο – μπορούσε να δημιουργήσει φρενίτιδα άνευ λόγου και αιτίας για ημέρες: Μια λάνθασμένη πληροφορία του δημοσιογράφου ακούγεται σε μεγάλο ακροατήριο, κουβέντα στην κουβέντα, συζήτηση στην συζήτηση και να ο πανικός, μέχρι ασφαλώς την επόμενη εκπομπή, όπου – λογικά - θα έβγαινε ο επόμενος να το μαζέψει, για να μην εκτεθεί πλήρως το Μέσο.

Στην «ηλεκτρονική» εποχή, τα πράγματα είναι διαφορετικά: Το διαδίκτυο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως ο τέλειος μηχανισμός παραπληροφόρησης ή λάσπης. Αρκεί να εμπιστεύεσαι εύκολα αυτά που σου σερβίρουν, ειδικά κάτι περιθωριακά site ή δήθεν αποκαλυπτικά blogs που «ξέρουν και αποκαλύπτουν αυτά που οι άλλοι δεν ξέρουν». Εκτός από τις αστείες αναρτήσεις «Δεν θα πιστέψετε τι έγινε. Κάντε κλικ εδώ» ή «Δείτε τι μας κρύβουν. Ποιο είναι το...», προερχόμενες από site τύπου "jackomaxairovgaltis.eu" ή «kati-to-poly-entyposiako.blogspot.com" (τυχαία ονόματα - sorry παιδιά, το troktiko μια φορά βγήκε από το λαγούμι και δεν θα βγει άλλο), υπάρχουν και ακόμη πιο αληθοφανείς που πείθουν περισσότερο.

Πέρα από αυτά όμως, ισχύει το ίδιο και για το ακούσιο λάθος ενός επαγγελματία δημοσιογράφου: Γράφεις κάτι ανακριβές κι όταν πας να το αλλάξεις, έχει ήδη δημοσιοποιηθεί στα Social Media, έχει περάσει μέσω Feed στην γνώση άλλων sites που ενδεχομένως το έχουν ήδη αναδημοσιεύσει, περνάει από στόμα σε στόμα και προφίλ σε προφίλ.

Από προσωπική μου εμπειρία, θυμάμαι τρία «ασυμμάζευτα» που έκαναν την δουλειά τους για μέρες:

α) Η «ΜΟΥΦΑ»: Ο βιασμός του ζευγαριού από μετανάστες

«Έγινε» σε διάφορες πόλεις: Στα Γιάννενα, τον Βόλο, την Πάτρα και πιθανώς κι αλλού. Το σχετικό σενάριο είχε ως εξής: Δυο ερωτευμένα παιδιά έφευγαν από το σινεμά, όταν κάποιοι κακοί μετανάστες τα πλησίαζαν, τα έβαζαν σε ένα χωράφι και τα κακοποιούσαν σεξουαλικά μέσα στη νύχτα. Το τέλος της ιστορίας διέφερε από διήγηση σε διήγηση, σαν ένα επεισόδιο της σειράς «Εσύ Αποφασίζεις» με τον Γιάννη Βούρο: 1) Η κοπέλα πέθανε, το αγόρι έζησε 2) Το αγόρι πέθανε, η κοπέλα έμεινε έγκυος και έκανε έκτρωση 3) και οι δυο πέθαναν. Το μόνο που δεν άκουσα ήταν ότι έμεινε έγκυος το αγόρι, καθώς όπως φαίνεται η φαντασία δεν έφτασε ως εκεί.

Ως δημοσιογράφος, έκανα διάφορες προσπάθειες να ξεκαθαρίσω ότι τέτοιο περιστατικό το οποίο – σύμφωνα με τα λαγωνικά - το έκρυβε η Αστυνομία, δεν είχε συμβεί ποτέ. Θεώρησα ότι η αλήθεια σταδιακά αποκαθίσταται. Όταν όμως η ίδια μου η μητέρα – στην οποία είχα επανειλημμένως πει ότι δεν υφίστατο η ιστορία – μου είπε ότι ίσως είναι αλήθεια γιατί το συζητούν ακόμη και στο... φαρμακείο, εκεί κατάλαβα ότι το «από στόμα σε στόμα» δεν μπορείς να το μαζέψεις.

Β) Η ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ: Η κοπέλα που πέθανε, κηδεύτηκε αλλά... δεν πέθανε.

Λίγο μακάβριο, γιατί τυχαίνει να πρόκειται για ένα αδικοχαμένο κορίτσι με το οποίο είχα συγγενική σχέση: Η ιστορία της ήταν γνωστή στην πόλη της. Έπασχε από νευρική ανορεξία σε τελευταίο στάδιο και υπήρχε σε εξέλιξη μια εκστρατεία να συγκεντρώσει χρήματα για θεραπεία. Κάποιοι διέδιδαν – ενώ ζούσε – ότι έφυγε από την ζωή και δήθεν η οικογένεια συνέχιζε το θέμα για να συγκεντρώσει χρήματα. Γνωρίζοντας ότι η νεαρή ασθενής ζει, ενημερώθηκα προσωπικά κι εγώ από την οικογένειά της και έβγαλα μια δημοσίευση ότι ήταν ακόμη ζωντανή. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι τελικά όντως «έφυγε» τρεις ημέρες μετά.

Ακολούθησαν φυσικά τα ανάλογα ρεπορτάζ για τον θάνατο και από την κηδεία. Δεν πέρασαν παρά μόνο δυο εικοσιτετράωρα και ξαφνικά βλέπω έναν «φωστήρα», που παρέπεμπε στο δικό μου δημοσίευμα ως «πηγή», να αναφέρει ότι τελικά η κοπέλα δεν πέθανε! Τι είχε συμβεί; Είχε πάρει την δημοσίευσή μου πριν η κοπέλα πεθάνει, δεν μπήκε στον κόπο να δει ή να διαβάσει από εμάς ή αλλού τι συνέβη τελικά – με μια απλή έρευνα στο Google και μια αναζήτηση σε τόσα sites θα έβλεπε την πορεία της ιστορίας – και ξαφνικά διαδίδεται (χρεωμένο στο δικό μου ρεπορτάζ, επαναλαμβάνω) ότι η ξαδέρφη μου ζούσε.

Όταν επιχείρησα να δω σε πόσα sites υπήρχε και εξακολούθησε να υπάρχει, λίγο έλειψε να υποστώ εγκεφαλικό επεισόδιο.

Γ) ΤΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΛΑΘΟΣ: Η αυτοκτονία έναν χρόνο αργότερα

Πριν από λίγα χρόνια, ένα γνωστό και άκρως αξιόπιστο site παρουσιάσε μια τεχνική δυσλειτουργία και άρχισε να εμφανίζει στις πρόσφατες καταχωρήσεις ορισμένες δημοσιεύσεις... της περαμσένης χρονιάς. Μια από αυτές ήταν μιας φοιτήτριας που είχε αυτοπυρποληθεί, κάηκε ζωντανή και υπήρξε πρόβλημα με την επέμβαση του Γραφείου Τελετών λόγω φορολογικών θεμάτων. Σε όλο το διαδίκτυο βγήκε ότι αυτό είχε συμβεί... την συγκεκριμένη ημέρα. Κι όμως, το περιστατικό αυτό ήταν ενός χρόνου και είχε δημοσιευθεί πάλι...και πάλι... σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Η ΑΕΝΑΗ ΜΑΧΗ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΥ

Πολλοί προέβλεψαν ότι η έξαρση του διαδικτύου θα σήμαινε στο τέλος τον θάνατο των εφημερίδων και του ραδιοφώνου και ενδεχομένως θα έπληττε και την τηλεόραση. Σε αυτήν την περίπτωση, αποδεικνύεται ότι η αλήθεια είναι κάπου στην μέση.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που οφείλουμε να παραδεχτούμε είναι η αλήθεια των αριθμών: Τα παραδοσιακά Media εξασθένησαν. Καθημερινές εφημερίδες έγιναν εβδομαδιαίες, μείωσαν την ύλη τους, κάποιες άλλες καταργήθηκαν ή έγιναν αποκλειστικά διαδικτυακές. Βέβαια, υπάρχουν κι αυτές που τροποποίησαν και διαχώρισαν το περιεχόμενο: Έδωσαν στο διαδίκτυο τον αποκλειστικά ειδησεογραφικό χαρακτήρα – ο οποίος είναι δυναμικός και ανανεώνεται συνεχώς – αφήνοντας στο έντυπο το περιθώριο της ανάλυσης, που δεν αναδημοσιεύεται εγκαίρως στην ηλεκτρονική έκδοση. Επίσης, προσωπική μου αίσθηση είναι ότι η δύναμη του πρωτοσέλιδου – σε επικοινωνιακό και ουσιαστικό επίπεδο – που κρέμεται στα περίπτερα, περιφέρεται στα καφενεία και διαβάζεται στα μέσα μαζικής μεταφοράς, δεν υποτιμάται εύκολα.

Το δε ραδιόφωνο, είχε ήδη χάσει την «αποκλειστικότητα» στο ενημερωτικό κομμάτι από την ενδυνάμωση της ενημέρωσης στους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Σε ό,τι αφορά στο internet, θεωρώ ότι η αλληλεπίδρασή του θα καθυστερήσει λίγο: Το ραδιόφωνο έχει συνδυαστεί με την συσκευή, εκπέμπει πιο πρακτικά μεσω αυτής (δεν διαθέτουν όλοι αυτοκίνητο που συνδέεται ασύρματα ή ενσύρματα με τις αντίστοιχες εφαρμογές), ενώ η ίδια η φύση του δεν επιτρέπει – προς το παρόν τουλάχιστον – την πλήρη αντικατάστασή του από μια ηλεκτρονική μορφή ή την καθολική αποδόμηση των πλεονεκτημάτων του, ακόμη κι αυτών που θεωρούνται ξεπερασμένα.

Για την τηλεόραση, πιθανολογώ ότι βρισκόμαστε εν μέσω εξελίξεων, τις οποίες είναι παρακινδυνευμένο να προβλέψουμε. Κατά γενική ομολογία, η δυνατότητα του downloading – νόμιμου ή παράνομου – ολόκληρων κύκλων τηλεοπτικών σειρών ή ταινιών, απειλεί άμεσα ένα κομμάτι του τηλεοπτικού προγράμματος. Ήδη, οι εταιρείες παραγωγής και οι τηλεοπτικοί σταθμοί έχουν ξεκινήσει να λαμβάνουν τα μέτρα τους: «Συνθηκολογούν» με το διαδίκτυο, προσπαθούν να το εκμεταλευτούν εμπορικά και εν τέλει να το «παντρέψουν» με την τηλεόραση, χωρίς όμως να ζημιώνονται οικονομικά. Έτσι, πολλές on demand διαδικτυακές υπηρεσίες ήδη γίνονται pay-per-view και νομίζω διαφαίνεται ότι δεν θα υποστεί την «ήττα» της μουσικής βιομηχανίας, που ένοιωσε ικανοποίηση όταν «έκλεισε» το Napster και στο μεταξύ εμφανίστηκαν πολλά περισσότερα αντίστοιχα Napster, που χρησιμοποίησαν πιο «έξυπνη» τεχνολογία.

ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ;

Αν προβλέψουμε το μέλλον της δημοσιογραφίας σε συνάρτηση με την ανάπτυξη της τεχνολογίας βάσει της κατάστασης που επικρατεί στην Ελλάδα, θα οδηγηθούμε σε συμπεράσματα παρακινδυνευμένα και πιθανόν παράλογα: ας μην κρίνουμε από μια αγορά που είναι «νεκρή». Από την άλλη, θεωρώ ότι κάθε πόρταλ, κάθε site και κάθε μπλογκ, αν θέλει να αποτελέσει «χρυσωρυχείο» ή έστω ένα καλό εισόδημα, θα πρέπει να αναζητήσει κι άλλες πηγές εσόδων πέρα από τις συμβατικές διαφημίσεις και τα banners. Εναλλακτικούς τρόπους καταχωρήσεων, ένα πιο «έξυπνο» μάρκετινγκ.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα - όπου υπάρχουν τόσα πολλά portals και εναλλακτικές πηγές πληροφοριών – η σκέψη για πληρωμένο γραπτό περιεχόμενο ανάλογο του εντύπου θεωρώ ότι στο τέλος πάντα αποτυγχάνει. Εκτός κι αν πρόκειται για ένα μεγάλο brandname με πολύ δυνατά ονόματα (π.χ. New York Times που διατηρούνται ως έντυπο και δεν είναι απολύτως δωρεάν στην ηλεκτρονική μορφή), αλλά αυτές είναι οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Σε καθαρά εργασιακό επίπεδο, το γεγονός ότι η Ελλάδα, για παράδειγμα, επιμένει να μην θεωρεί «δημοσιογραφικά» τα ένσημα ενός διαδικτυακού ομίλου αλλά επιμένει στις εφημερίδες, καταδεικνύει απλώς το πόσο πίσω είναι και τίποτε περισσότερο.

"Είσαι πολύ μπροστά, μεγάλε..."

Κλείνω όπως ξεκίνησα: επί προσωπικού. Το 2006 λοιπόν είχαμε δεχτεί θετικές κριτικές, επειδή «ήμασταν μπροστά». Βαθιά μέσα μου θεωρώ πως ούτε εμείς πιστεύαμε τι θα ακολουθούσε. Για αυτό από ένα σημείο και μετά δεν δώσαμε την πρέπουσα σημασία και στραφήκαμε αλλού.

Η συμβουλή μου: Πότε μην θεωρήσεις ότι «είσαι μπροστά», ιδίως σε τομέα που αλληλεπιδράται με την τεχνολογία. Μέσα σε πολύ σύντομο χρόνο, θα είσαι ξεπερασμένος, χωρίς καλά – καλά να το καταλάβεις.

 

ADVERTISING

SHARE:

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕWS 24/7 ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ

NEWSLETTER