Μην τα χάσετε

Πολιτικά Πρωτοσέλιδα

 

 

Το βλέμμα της Ευρώπης στη Γερμανία

 
 
Στις κάλπες προσέρχονται σήμερα οι Γερμανοί ψηφοφόροι. Το βλέμμα όλης της Ευρώπης στρέφεται στο Βερολίνο. Οι ελληνικές προσδοκίες από τις γερμανικές εκλογές.
 

Περίπου 61,8 εκατομμύρια Γερμανοί πολίτες σε 299 εκλογικές περιφέρειες καλούνται σήμερα στις κάλπες προκειμένου να εκλέξουν το 19ο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιό τους. Οι κάλπες άνοιξαν στις 08.00 (τοπική ώρα, 09.00 ώρα Ελλάδας) και κλείνουν στις 18:00, οπότε και θα ανακοινωθεί η πρώτη πρόβλεψη αποτελέσματος (exit poll).

 

Εάν επαληθευτούν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, η Χριστιανική Ένωση (CDU-CSU) της Άνγκελα Μέρκελ αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ 34 και 36%, μακριά από το 41,5% του 2013, ενώ το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) του Μάρτιν Σουλτς κινδυνεύει να καταγράψει νέο ιστορικό χαμηλό, μετά το 25% της προηγούμενης αναμέτρησης. Η προσοχή ωστόσο στρέφεται κυρίως στη μάχη των μικρότερων κομμάτων για την τρίτη θέση, με την ξενοφοβική Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD) να έχει το προβάδισμα με ποσοστό κοντά στο 12%, την Αριστερά να ακολουθεί με 8-11%, τους Φιλελεύθερους να επιστρέφουν στην Βουλή με 9-10% και τους Πράσινους να αγγίζουν, σύμφωνα με τα πλέον αισιόδοξα προγνωστικά, το 8%. Οι εταιρίες δημοσκοπήσεων έχουν πάντως προειδοποιήσει για τον κίνδυνο η AfD να έχει υποτιμηθεί προεκλογικά και παραπέμπουν στις πρόσφατες εκλογές σε τοπικό επίπεδο, όπου το κόμμα έλαβε τελικά ποσοστά κατά 2-3% υψηλότερα της πρόβλεψης.

Οι αναποφάσιστοι ξεπερνούσαν ως προχθές το 30%, προκαλώντας μεγάλο εκνευρισμό κυρίως στα δύο μεγάλα κόμματα, ενώ σε αντίστοιχα επίπεδα αναμένεται να κυμανθεί και η αποχή των ψηφοφόρων, οι οποίοι πάντως είχαν το δικαίωμα της επιστολικής ψήφου.

Στις φετινές εκλογές έχουν δικαίωμα ψήφου 400.000 λιγότεροι πολίτες από ό,τι το 2013, ενώ τρία εκατομμύρια Γερμανοί θα ψηφίσουν για πρώτη φορά. Από τα 18,6 εκατομμύρια άτομα με καταγωγή από το εξωτερικό, δικαίωμα ψήφου έχουν τα 6,1 εκατομμύρια, εκ των οποίων 1,5 εκατομμύριο Γερμανορώσοι και 1,3 εκατομμύριο Γερμανοτούρκοι. Οι Έλληνες κάτοχοι γερμανικής υπηκοότητας είναι περίπου 60.000, δεν είναι ωστόσο γνωστό πόσοι από αυτούς είναι άνω των 18 ώστε να έχουν δικαίωμα ψήφου.

Σε ό,τι αφορά στο κόστος των εκλογών, το υπουργείο Εσωτερικών υπολογίζει ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 92 εκατομμύρια ευρώ. Από αυτά, τα 16 εκατομμύρια διατίθενται για έξοδα των εθελοντών εκλογικών βοηθών και των μελών των εκλογικών επιτροπών που λαμβάνουν 25 και 35 ευρώ αντίστοιχα.

Τα ίδια τα κόμματα δαπανούν κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας μεγάλα ποσά, που προέρχονται από το κράτος, συνδρομές μελών και απευθείας δωρεές. Το γεγονός ότι είναι υποχρεωμένα να δηλώνουν μόνο τις δωρεές άνω των 50.000 ευρώ έχει κατά καιρούς σχολιαστεί αρνητικά. Σε αυτές τις εκλογές πάντως, οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) ξόδεψαν 20 εκατομμύρια, οι Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) εταίροι τους εννέα, οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) 24, η Αριστερά 6,5, οι Πράσινοι 5,5 και οι Φιλελεύθεροι (FDP) 5. Η Εναλλακτική για την Γερμανία δεν έχει ακόμη δηλώσει τα οικονομικά της στοιχεία, ωστόσο η προεκλογική της καμπάνια εκτιμάται ως ιδιαίτερα ακριβή, με την πηγή των εσόδων να παραμένει άδηλη.

Τα κόμματα τα οποία συμμετέχουν στις σημερινές εκλογές είναι συνολικά 42 και οι υποψήφιοι 4.828. Από αυτούς μόλις οι 1.400 είναι γυναίκες, ενώ διαχρονικά οι γυναίκες, αν και είναι περισσότερες στο εκλογικό σώμα, έχουν υψηλότερα ποσοστά αποχής. Προκειμένου αυτή η στάση να αλλάξει, 23 γυναικεία περιοδικά οργάνωσαν καμπάνια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τον τίτλο #GERWOMANY, μέσω της οποίας προσπάθησαν να πείσουν τις γυναίκες να ψηφίσουν και να μην επιτρέψουν στις λαϊκιστικές δυνάμεις να ενισχυθούν.

Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο απαρτίζεται από το λιγότερο 598 βουλευτές. Λόγω όμως ενός περίπλοκου - και ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικού - συστήματος, ο αριθμός τους μπορεί να αυξηθεί αρκετά. Στην απερχόμενη Βουλή συμμετείχαν 630 βουλευτές, ενώ οι σημερινές εκλογές εκτιμάται ότι θα αναδείξουν ακόμη περισσότερους, καθώς το όριο του 5% για την είσοδο στην Μπούντεσταγκ αναμένεται να περάσουν περισσότερα κόμματα.

Οι ισορροπίες στην Ευρώπη

Οι εξελίξεις στην οικονομικά ισχυρότερη χώρα της ευρωζώνης δεν μπορεί παρά να έχουν αντίκτυπο και στις άλλες χώρες, σε μία περίοδο που η Ευρώπη, ούτως ή άλλως, αναζητεί νέο βηματισμό.

Ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, περιμένει τις γερμανικές εκλογές για να παρουσιάσει την ατζέντα του για το μέλλον της Ευρώπης. Γαλλογερμανική επιτροπή εμπειρογνωμόνων επεξεργάζεται τις δικές της προτάσεις για να τις δημοσιοποιήσει μέχρι το τέλος του χρόνου.

Παράλληλα, το εκλογικό αποτέλεσμα θα έχει επιπτώσεις και στη συγκυρία του Brexit: Η γερμανική ηγεσία για χρόνια χρησιμοποιούσε τον μινιμαλισμό και την άρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ως επιχείρημα για να μην προχωρά μπροστά η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αν επόμενη καγκελάριος, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, είναι η Άνγκελα Μέρκελ είναι πιθανό στην τέταρτη θητεία της, να κάνει περισσότερα βήματα για μια πιο ευρωπαϊκή Γερμανία.

Οι ελληνικές προσδοκίες

Μολονότι η ελληνική κρίση δεν απασχόλησε φέτος την προεκλογική Γερμανία, είναι κοινό μυστικό ότι η επόμενη γερμανική κυβέρνηση θα κληθεί να λάβει σημαντικές αποφάσεις αφού το ελληνικό ζήτημα αναμένεται να τεθεί το αργότερο το ερχόμενο καλοκαίρι, όταν και εφόσον θα έχει ολοκληρωθεί το τρίτο τρέχον πρόγραμμα στήριξης. Το αργότερo τότε θα πρέπει να διευθετηθεί, μεταξύ άλλων, και το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους.

Ποιο είναι λοιπόν σε αυτά τα συμφραζόμενα το διακύβευμα των φετινών εκλογών για την Ελλάδα; Πώς θα επηρεάσουν οι πιθανές μετεκλογικές συμμαχίες στο Βερολίνο τη διαχείριση του ελληνικού ζητήματος; Ποια τα καλά και ποια τα κακά σενάρια;

«Εάν καταψηφίζονταν Μέρκελ και Σόιμπλε», σχολιάζει στην Deutsche Welle ο κοινωνιολόγος Αριστοτέλης Αγριδόπουλος, επιστημονικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Γκαίτε της Φρανκφούρτης «οι οποίοι υποστηρίζουν εδώ και χρόνια μια αυστηρή πολιτική λιτότητας, αυτό θα συνιστούσε μια συμβολικά θετική είδηση για την Ελλάδα. Πιθανότατα όμως αυτό δεν θα γίνει. Το χειρότερο σενάριο θα ήταν μάλλον μια συγκυβέρνηση της Χριστιανικής Ένωσης με τους Φιλελεύθερους ή και η συνέχιση του μεγάλου συνασπισμού, δεδομένου ότι (μέχρι στιγμής) η CDU απορρίπτει το κούρεμα του χρέους ενώ το FDP δεν θέλει να εγκρίνει άλλα δάνεια δις προς την Ελλάδα και προτείνει την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη».

Είναι γεγονός ότι η αναβίωση του κυβερνητικού συνασπισμού μεταξύ CDU/CSU και FDP που συνεργάστηκαν για τελευταία φορά σε ομοσπονδιακό επίπεδο μεταξύ 2009 και 2013 δεν ξυπνά τις καλύτερες μνήμες για την Ελλάδα της κρίσης. Ο τότε υπουργός Οικονομίας Φίλιπ Ρέσλερ από το κόμμα των Φιλελευθέρων ζητούσε σχεδόν με κάθε ευκαιρία την εκπαραθύρωση της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ. Ο διάδοχός του Κρίστιαν Λίντνερ -στον οποίο οφείλεται η ανάκαμψη και σημερινή δυναμική του κόμματος- έχει υιοθετήσει την ίδια σκληρή γραμμή και ρητορική.

Σε περίπτωση που το κόμμα του κληθεί να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα για την Ελλάδα, επισημαίνει και ο Λάζαρος Μηλιόπουλος, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Βόννης. Αυτό αφορά τόσο το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους, όσο και ενδεχόμενη νέα χρηματοδοτική βοήθεια υπό τη μορφή, για παράδειγμα, μιας πιστοληπτικής γραμμής πίστωσης. Ο ίδιος βάζει όμως στο τραπέζι και μια νέα παράμετρο: τον παράγοντα AfD. «Από τη θέση της αντιπολίτευσης η Εναλλακτική για τη Γερμανία θα ασκήσει ισχυρές πιέσεις στο θέμα της Ελλάδας».

Υπενθυμίζεται ότι το AfD είχε ξεκινήσει ως αμιγώς ευρωσκεπτικιστικό κόμμα με μονοθεματική σχεδόν ατζέντα και σημαία την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ πριν «μεταμορφωθεί» με αφορμή την προσφυγική κρίση σε ακραιφνώς ξενοφοβικό και εθνολαϊκιστικό κόμμα.

Ελάφρυνση χρέους με μεγάλο συνασπισμό;

Κατά τον Αριστοτέλη Αγριδόπουλο το καλύτερο σενάριο θα ήταν η συγκρότηση ενός συνασπισμού μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και της Αριστεράς που δεν έχει βέβαια προηγούμενο στη μεταπολεμική Γερμανία. «Η ελπίδα που συνδέεται με αυτό είναι η χαλάρωση του προγράμματος λιτότητας, το κούρεμα χρέους και νέα επενδυτικά και χρηματοδοτικά προγράμματα για την Ελλάδα». Εντούτοις και ενώ μέχρι και την άνοιξη θεωρούνταν αρκετά πιθανό, τουλάχιστον μαθηματικά, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δίνουν στο μετεκλογικό αυτό σενάριο μηδαμινές πιθανότητες.

Πέρα από τη συγκρότηση ενός συνασπισμού μεταξύ των συντηρητικών της Α. Μέρκελ και των Φιλελεθέρων -που θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τα τελικά ποσοστά του FDP- το έτερο επικρατέστερο σενάριο είναι η συνέχιση της νυν κυβερνητικής συνεργασίας μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών και Χριστιανοδημοκρατών. Αναλυτές εκτιμούν ότι είναι και το προτιμητέο σενάριο για την ίδια την Α. Μέρκελ καθότι έχει μια άψογη και κυρίως προβλέψιμη συνεργασία με τους Σοσιαλδημοκράτες και πως δεν επιθυμεί κατά την τέταρτη -και πιθανότατα τελευταία θητεία της- να μπει στα αχαρτογράφητα νερά μιας συγκυβέρνησης με τους Φιλελεύθερους που δεν είχαν καν κοινοβουλευτική εμπειρία τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Σύμφωνα με τον Λ. Μηλιόπουλο το σενάριο αυτό προσφέρει για την Ελλάδα «τις μεγαλύτερες πιθανότητες προκειμένου να υλοποιηθεί σχετικά εύκολα και μια ελάφρυνση του χρέους».

(Με πληροφορίες από Deutsche Welle, φωτό: AP / Markus Schreiber)

 

Σχετικά θέματα:

ADVERTISING

SHARE:

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕWS 24/7 ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ

NEWSLETTER