Μην τα χάσετε

Πολιτικά Πρωτοσέλιδα

 

 

Νέες συναντήσεις με τα τεχνικά κλιμάκια για τους λιγνίτες της ΔΕΗ

 
 
Σήμερα έχει προγραμματιστεί η πρώτη συνάντηση της ελληνικής αντιπροσωπείας με τα τεχνικά κλιμάκια των θεσμών προκειμένου να βρεθεί συμβιβαστική λύση για το «πακέτο» των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ που θα βγεί προς πώληση
 

Το βασικό θέμα που πρέπει να λυθεί, σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά, για να προχωρήσει η τρίτη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος είναι αυτό που αφορά τη σύνθεση του προς πώληση «πακέτου» λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ.

 

Η ελληνική πλευρά επιμένει στην πώληση των δύο μονάδων στο Αμύνταιο μαζί βέβαια με τη σύγχρονη μονάδα Μελίτη Ι στη Φλώρινα και την άδεια για κατασκευή νέας μονάδας επίσης στη Μελίτη.

Οι εκπρόσωποι των θεσμών και κυρίως της Κομισιόν προτείνουν, αντί για τις προς απόσυρση μονάδες του Αμυνταίου να περιληφθούν οι δύο μονάδες της Μεγαλόπολης.

Σε οικονομικό επίπεδο η ελληνική πλευρά υποστηρίζει πως αν πουληθεί και η Μεγαλόπολη, τότε οι μονάδες που θα περάσουν στα χέρια του επενδυτή, θα είναι πιο σύγχρονες συγκριτικά με τη διάρκεια ζωής όσων θα απομείνουν στη ΔΕΗ. Σε πολιτικό επίπεδο φοβάται ότι μετά τη Μακεδονία, θα ανοίξει ένα νέο μέτωπο και στη Πελοπόννησο, όπου ο Περιφερειάρχης είναι γαλάζιος (Π. Τατούλης), και ενώ τα τοπικά σωματεία εργαζομένων βρίσκονται ήδη σε αναβρασμό. Επιπρόσθετα, υπάρχει και ζήτημα με υπεράριθμο προσωπικό στον ΑΗΣ Μεγαλόπολης, κάτι το οποίο λέγεται ότι έθεσαν οι κοινοτικοί.

Σε κάθε περίπτωση, αν και οι κοινοτικοί εμφανίζονται αισιόδοξοι ότι θα υπάρξει επενδυτικό ενδιαφέρον, εφόσον το τελικό πακέτο συμπεριλάβει και τη Μεγαλόπολη (μαζί με Μελίτη Ι και την άδεια για τη Μελίτη ΙΙ), δεν παύουν να αναγνωρίζουν στους συνομιλητές τους, ότι το εγχείρημα συνοδεύεται από τέσσερα βαρίδια:

Όπως ακριβώς υποχρεούται να κάνει η ΔΕΗ, έτσι και ο ιδιώτης επενδυτής που θα αγοράσει τις λιγνιτικές μονάδες, θα οφείλει και εκείνος να παρέχει, κατά το ποσοστό που αναλογεί στα συγκεκριμένα εργοστάσια, ποσότητες ενέργειας στις δημοπρασίες ΝΟΜΕ. Είναι απόφαση που έχει ήδη ληφθεί από το ΚΥΣΟΙΠ.

Όσο και να επιθυμεί ένας ιδιώτης να αποκτήσει λιγνιτικές μονάδες και ορυχεία για να ελέγχει ο ίδιος το κόστος του ρεύματος που πουλάει, άλλο τόσο δεν είναι διατεθειμένος να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, όταν η ευρωπαϊκή πολιτική για την κλιματική αλλαγή καθιστά τα στερεά καύσιμα επένδυση ασύμφορη. Σήμερα το κόστος παραγωγής για ένα λιγνιτικό εργοστάσιο της ΔΕΗ υπολογίζεται σε 50-60 ευρώ η μεγαβατώρα, αλλά το 2030 αναμένεται να έχει εκτιναχθεί κοντά στα 100 ευρώ. Και αυτό, καθώς οι τιμές δικαιωμάτων ρύπων πρόκειται σύμφωνα με μελέτη της Κομισιόν να σκαρφαλώσουν από τα 5 ευρώ / τόνο CO2 σήμερα, σε πάνω από 30 ευρώ το 2030.

Η πολιτική γύρω από τα περιβαλλοντικά όρια που ισχύουν για τη λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων αυστηροποιείται συνεχώς. Στις 28 Απριλίου, εκπρόσωποι των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) ενέκριναν το νέο εγχειρίδιο Βέλτιστων Διαθέσιμων Τεχνικών για τις μεγάλες μονάδες καύσης (LCP BREF). Το εγχειρίδιο περιλαμβάνει νέα όρια εκπομπών ρύπων με τα οποία θα πρέπει να συμμορφώνονται τόσο οι παλιές όσο και νέες μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης στην ΕΕ από το 2021.

Οι μονάδες λιγνίτη, ακόμη και οι καινούργιες, (όπως η Μελίτη ή αυτές που προβάλλουν οι Κινέζοι ως τις πλέον σύγχρονες και καθαρές) με βάση το «χειμερινό πακέτο» της ΕΕ, δεν μπορούν να συμμετάσχουν στους μηχανισμούς ισχύος, δηλαδή δεν δικαιούνται να τους χορηγηθούν αποζημιώσεις ΑΔΙ, καθώς ξεπερνούν τα όρια εκπομπών.

Ενδιαφέρον πάντως για λιγνίτες, υπάρχει, όχι από ευρωπαϊκές εταιρείες, αλλά από Κίνα, Ιαπωνία και Αμερική, όπως είχε πει στο πρόσφατο συνέδριο του Economist, ο πρόεδρος της ΔΕΗ Μανόλης Παναγιωτάκης.

 

ADVERTISING

SHARE:

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕWS 24/7 ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ

NEWSLETTER