Μην τα χάσετε

Πολιτικά Πρωτοσέλιδα

 

 

Ανασκόπηση 2016: Τέσσερις αποχωρήσεις ηγετών και μία σιδηρά κυρία

 
 
Μαζί με το χρόνο που φεύγει, φεύγουν και Κάμερον, Ομπάμα, Ολάντ και Ρέντσι, για διαφορετικούς λόγους βέβαια ο καθένας, ενώ στο Βερολίνο σταθερή και ισχυρή παραμένει η Μέρκελ. Πώς επηρεάζουν όλα αυτά την Ελλάδα (Pics)
 

Σε ένα κόσμο όπου όλα συνδέονται και πολύ περισσότερο όταν μία χώρα ανήκει σε μία (έστω κατ ευφημισμόν) Ένωση και βρίσκεται σε ένα πρόγραμμα δανεισμού, οι αλλαγές στη διεθνή πολιτική σκηνή δεν μπορεί παρά να επηρεάζουν και τη δική της τύχη.

 

Μέσα στο 2016 ήρθε η ώρα της αποχώρησης από το προσκήνιο της εξουσίας του Μπαράκ Ομπάμα, του Φρανσουά Ολάντ, του Ματέο Ρέντσι και του Ντέιβιντ Κάμερον. Αποχωρήσεις, που οφείλονται σε διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, αλλά που αναμένεται να επηρεάσουν κατά το 2017 τις ισορροπίες στο ευρωπαϊκό και διατλαντικό πολιτικό τοπίο, μέσα στο οποίο η Ελλάδα εξακολουθεί να παλεύει για να ξεφύγει από το φαύλο κύκλο της μνημονιακής πολιτικής.

Μία όμως παραμένει -εκτός απροόπτου- η σταθερά στο κλυδωνιζόμενο σκηνικό της ευρωπαϊκής πολιτικής και δεν είναι άλλη από την Άνγκελα Μέρκελ, η οποία έχει μπροστά της βέβαια τις κάλπες του Σεπτεμβρίου του 2017, που όμως είναι αμφίβολο κατά πόσον θα επιφυλάσσουν εκπλήξεις.

Το Brexit που ήρθε αντί για Grexit

Το πρώτο μεγάλο πολιτικό σοκ για την Ευρώπη ήρθε στις 23 Ιουνίου όταν η κάλπη του δημοψηφίσματος στη Μεγάλη Βρετανία έβγαλε Brexit. Στην πραγματικότητα βέβαια για όποιον μπορούσε να διαβάσει χωρίς παρωπίδες τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων, δε θα έπρεπε να είναι τόσο μεγάλο σοκ. Και καθώς η διαδικασία καθυστερεί, οι ρωγμές που θα έφερνε η αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας στην ΕΕ δεν έχουν ακόμη φανεί.

Ο κύβος είχε ήδη ριφθεί όταν στις 20 Φεβρουαρίου ο Ντέιβιντ Κάμερον ανακοίνωσε την ημερομηνία διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, υποστηρίζοντας το Bremain, το οποίο ωστόσο δε στήριζε ομόθυμα το ίδιο του το κόμμα. Είχε ήδη όμως ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου, παρόλο που την προηγούμενη ημέρα στη σύνοδο Κορυφής οι 28 ηγέτες είχαν αποφασίσει δέσμη μέτρων για να παραμείνει η Μεγάλη Βρετανία στην ΕΕ, όχι όμως στο βαθμό που θα ήθελαν οι Βρετανοί συντηρητικοί.

Η προστασία των συμφερόντων του City ήταν το βασικό αίτημα του Λονδίνου, όμως πίσω από το Brexit συνασπίστηκαν ξενοφοβικές φωνές (και κατά της εσωτερικής μετανάστευσης από άλλες χώρες της ΕΕ) με ένα αντισυστημικό μανδύα και ρητορική περί εθνικής κυριαρχίας, οδηγώντας τελικά στο αποτέλεσμα της 23ης Ιουνίου.

Ο Κάμερον έπαιξε έτσι με τη φωτιά, για λόγους εσωκομματικούς και προσωπικής πολιτικής επιβίωσης, αλλά τελικά άνοιξε την πόρτα της εξόδου όχι μόνο για τη Μ.Βρετανία από την ΕΕ, αλλά και για τον ίδιο από την πολιτική. Είχε δεσμευτεί στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα την παραμονή της Μ.Βρετανίας στην Ένωση τον Ιανουάριο του 2013 προκειμένου να ενώσει το κόμμα των Συντηρητικών, να αντιμετωπίσει το ανερχόμενο UKIP και ταυτόχρονα να εκθέσει τους Εργατικούς που ήταν απρόθυμοι να επιδοκιμάσουν μία ψηφοφορία για την ΕΕ. Και όταν ένα χρόνο πριν θριάμβευσε στις κοινοβουλευτικές εκλογές και έγινε ο πρώτος συντηρητικός ηγέτης μετά από 23 χρόνια που κέρδισε πλειοψηφία στη Βουλη των Κοινοτήτων, έπρεπε να φέρει μία καλύτερη για τη Μ.Βρετανία συμφωνία με την ΕΕ και να διεξάγει το δημοψήφισμα πριν το τέλος του 2017.

Ήταν βέβαια αδύνατον να εξαιρεθεί η Μ.Βρετανία από την ελεύθερη μετακίνηση εργαζόμενων εντός της ΕΕ και απίθανο να γίνουν χάρες στο Λονδίνο. Ακόμη και το Βερολίνο που ήθελε να βοηθήσει στην παραμονή της Μ.Βρετανίας στην ΕΕ δεν ήταν πρόθυμο να αποδεχθεί όλα τα βρετανικά αιτήματα στη λογική μιας ειδικής μεταχείρισης.

Η ΕΕ πάντως δεν κατέρρευσε απότομα μετά το Brexit, ούτε και η Μ.Βρετανία, αφού βέβαια η διαδικασία της εξόδου δεν έχει καν ακόμη ξεκινήσει και όπως αποδείχθηκε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε σχέδιο και για αυτό το σενάριο, με στόχο να αποτρέψει πιθανούς μιμητές στο μέλλον χάρη σε ένα ειδικό καθεστώς σύνδεσης, το οποίο πάντως δε θα προσφέρει ασπίδα από πιθανές συνέπειες του Brexit στη βρετανική οικονομία. Άλλωστε στη Φρανκφούρτη δε θα έβλεπαν αρνητικά το ενδεχόμενο το City να μετακομίσει ουσιαστικά εκεί και μαζί του να μεταφερθεί το χρηματοπιστωτικό κέντρο της Ευρώπης.

Και ενώ στη Γαλλία η Λεπέν πανηγύριζε, κραυγάζοντας “Στα μούτρα σας το Brexit”, στην Αθήνα ο Αλέξης Τσίπρας προειδοποιούσε ότι “το βρετανικό δημοψήφισμα είτε θα είναι το ξυπνητήρι της αφύπνισης του υπνοβάτη που πορεύεται στο κενό είτε θα είναι η αρχή μιας πολύ επικίνδυνης και ολισθηρής πορείας”. Έθεσε το ερώτημα: “Ποιος ευθύνεται για τη διάδοση του εθνικισμού και της ακροδεξιάς που είναι αιχμή του δόρατος του απομονωτισμού;” δείχνοντας σαφώς τις πολιτικές της λιτότητας που διεύρυναν τις ανισότητες μεταξύ βορρά- νότου και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και την α λα καρτ διαχείριση της προσφυγικής κρίσης με κλειστά σύνορα και φράχτες, το έλλειμμα δημοκρατίας, την εκβιαστική επιβολή αντιλαϊκών και άδικων επιλογών, καθώς τα διχαστικά στερεότυπα για το Βορρά και το Νότο.

Έκτοτε στα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς στη διαπραγμάτευση έχει προστεθεί η εκτίμηση- προειδοποίηση ότι δεν πρέπει στη γενικευμένη αβεβαιότητα στην Ευρώπη να προστεθεί άλλη μία κρίση, η οποία κατά την Αθήνα αυτή τη φορά θα ήταν τεχνητή. Μένει να φανεί εάν θα ακούσουν αυτό το επιχείρημα οι “τεχνοκράτες” που ο Αλέξης Τσίπρας είχε καταγγείλει (και) στη δήλωση του για το Brexit.

Ο Ομπάμα, που ήρθε πριν φύγει

Για το Μπαράκ Ομπάμα η ώρα της αποχώρησης είχε σημάνει ούτως ή άλλως και συνεπώς ο πρώτος αφροαμερικανός πρόεδρος δε φεύγει έχοντας χάσει σε κάλπες, ενώ τυπικά η θητεία του ολοκληρώνεται στις 21 Ιανουαρίου και μέχρι τότε παραμένει ενεργά στο τιμόνι του Λευκού Οίκου.

Αλλά αποχωρεί και εκείνος από το πολιτικό προσκήνιο και ενώ δεν έχει χάσει ο ίδιος τις εκλογές του Νοεμβρίου, η νίκη του Τραμπ σκιάζει την ολοκλήρωση της θητείας του και δημιουργεί ερωτηματικά για το μέλλον σε όλο τον πλανήτη και την Ελλάδα.

Το Μαξίμου είχε αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στην επίσκεψη Ομπάμα στην Αθήνα στις 15 και 16 Νοεμβρίου και δικαίως, καθώς έστω και απερχόμενος, παραμένει όπως αναφέρθηκε πρόεδρος των ΗΠΑ μέχρι και την αρχή του νέου έτους. Ο ίδιος ήθελε καταφανώς να κλείσει τη θητεία του μιλώντας με φόντο την Ακρόπολη σε μία άκρως συμβολική κίνηση και ήταν στις δηλώσεις τουλάχιστον γενναιόδωρος προς την Αθήνα. Στις κοινές δηλώσεις με τον Αλέξη Τσίπρα είπε όλα όσα περίμενε η ελληνική πλευρά για το χρέος και τη λιτότητα, υποσχέθηκε την επομένη να τα πει και στη Μερκελ στο Βερολίνο και πολύ περισσότερο να βάλει φρένο σε παράλογες απαιτήσεις του ΔΝΤ που εμπόδιζαν την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Βέβαια εκ των υστέρων γνωρίζουμε ότι η Γερμανιδα καγκελάριος προφανώς δεν ήθελε να ακούσει για αυτό και από τις δικές τους κοινές δηλώσεις στο Βερολίνο απουσίαζε οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα του ελληνικού χρέους, αν και στη συνέχεια ήρθε η απόφαση για τα βραχυπρόθεσμα την οποία επιχείρησε όμως να μπλοκάρει μετά το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών. Το Ταμείο επίσης δε φάνηκε να υποχωρεί στις απαιτήσεις του όσον αφορά στα εργασιακά και στη λήψη νέων μέτρων. Και η αξιολόγηση δεν έχει ακόμη κλείσει, καθώς δε βρίσκεται εύκολα λύση στη δύσκολη εξίσωση μεταξύ των απαιτήσεων του ΔΝΤ και των γερμανικών πιέσεων.

Ο Ομπάμα φέρεται πάντως να ενδιαφερόταν να κλείσει ένα ακόμη θέμα ελληνικού ενδιαφέροντος πριν αποχωρήσει και επίσημα από το Λευκό Οίκο και αυτό ήταν το Κυπριακό, το οποίο θα επανέλθει στο προσκήνιο τον Ιανουάριο με την ελληνική πλευρά όμως να θέτει ως προϋπόθεση για την επιτυχία της πολυμερούς τη διεξαγωγή διμερούς με την Άγκυρα και το κλίμα μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας να έχει δηλητηριαστεί, την ώρα που το πρόβλημα είναι η Τουρκία που μεταφέρει στα δυτικά της σύνορα την πίεση που νιώθει εξ ανατολών.

Οι Αμερικάνοι δημοσιογράφοι που συνόδευαν το Μπαράκ Ομπάμα στην Αθήνα σε κάθε περίπτωση έμοιαζαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την επόμενη ημέρα στις ΗΠΑ με Τράμπ και οι ερωτήσεις τους στον απερχόμενο πρόεδρο αφορούσαν αυτό το ζήτημα. Σχεδόν κάλεσαν τον Ομπάμα να απολογηθεί λες και έχασε εκείνος και όχι η Κλίντον και εκείνος προσπάθησε να ερμηνεύσει την ψήφο των Αμερικανών πολιτών και ταυτόχρονα να υπερασπιστεί τη δική του πολιτική κληρονομία, την οποία απειλεί να γκρεμίσει ο διάδοχος του.

 

Και ο Ομπαμα και Τσίπρας έδειξαν να πιστεύουν ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δε θα αλλάξει ριζικά απλώς επειδή άλλαξε ένοικο ο Λευκός Οίκος και αυτό είναι πολύ πιθανό σε σημαντικό βαθμό. Οι δηλώσεις που έχει κάνει ο Τραμπ στο παρελθόν για το ελληνικό χρέος (πως οι ΗΠΑ δεν έχουν δουλειά με αυτό το θέμα και καλύτερα να αφήσουν τη Γερμανία ή ακόμη και τη Ρωσία να ασχοληθεί) και η γενικότερη πολιτική απομονωτισμού του πάντως, καθώς και οι δηλώσεις στενών συνεργατών του για την Τουρκία οπωσδήποτε προβληματίζουν. Σε κάθε περίπτωση, η αλλαγή ηγεσίας θα σημαίνει αν μη τι άλλο ότι για ένα διάστημα θα υπάρξει μία στασιμότητα σε όλα τα επίπεδα σε σχέση με τον αμερικανικό παράγοντα.

 

Καθώς δε το 2017 είναι έτος εκλογών στην Ευρώπη, αποτελεί ερώτημα κατά πόσον, όπως προσδοκά η Λεπέν, η εκλογή Τραμπ θα λειτουργήσει ενισχυτικά για τις αντιευρωπαϊκές, ακροδεξιές και λαϊκιστικές δυνάμεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Ο Φρανσουά που δε θα μπορούσε να μείνει

Όταν την 1η Δεκεμβρίου του έτους που φεύγει ο Φρανσουά Ολαντ ανακοίνωσε ότι δε θα είναι ξανά υποψήφιος για την προεδρία της Γαλλίας, η είδηση αυτή δεν έπεσε σαφώς ως κεραυνός εν αιθρία.

Ο Ολάντ, ο πρώτος πρόεδρος της Γαλλίας που ανακοίνωσε πως δεν θα διεκδικήσει δεύτερη θητεία μετά το 1958, θα αντιμετώπιζε βέβαιη πανωλεθρία και όχι απλή ήττα εάν κατέβαινε. Η δημοτικότητα του σοσιαλδημοκράτη πολιτικού, που είχε εκλεγεί το 2012 ως αντίδραση στο Σαρκοζί και ως εναλλακτική στην ακροδεξιά, είχε πέσει στο 10%.

Ο βασικός λόγος ήταν φυσικά η πολιτική του στα εργασιακά. Το νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων είχε βγάλει στο δρόμο χιλιάδες Γάλλους και είχε προκαλέσει απεργιακό κλοιό στη χώρα με την ισχυρή συνδικαλιστική παράδοση και την ενεργή κοινωνία πολιτών. Το νομοσχέδιο πέρασε, αλλά ότι περνά στα κοινοβούλια δε σημαίνει ότι περνά και στις κοινωνίες.

Η θητεία του κατά τη διάρκεια του 2016 σημαδεύτηκε επίσης από τις χειρότερες τρομοκρατικές ενέργειες οι οποίες έχουν διαπραχθεί στη Γαλλία, με 238 θύματα: στην εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα Σαρλί Εμπντό και σε ένα εβραϊκό σούπερ-μάρκετ τον Ιανουάριο του 2015, στο Παρίσι και στο Σεν Ντενί τη 13η Νοεμβρίου του 2015, στη Νίκαια την 14η Ιουλίου. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις χρησιμοποιήθηκαν από τη γαλλική ακροδεξιά στο πλαίσιο μίας ξενοφοβικής προπαγάνδας που εμπλέκει το πρόβλημα με το προσφυγικό, συσκοτίζοντας ακόμη περισσότερο τα πράγματα στη χώρα του Διαφωτισμού.

Επικρατέστερος υποψήφιος των σοσιαλιστών στη θέση του Ολάντ, θεωρείται ο πρώην πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς, όχι όμως και επικρατέστερος για να εκλεγεί όντως πρόεδρος. Η μάχη αναμένεται να δοθεί μεταξύ του συντηρητικού Φρανσουά Φιγιόν και της ακροδεξιάς Μαρί Λεπέν: Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Γαλλία θα κλίνει δεξιά και το ερώτημα είναι πόσο δεξιά, αλλά και όσον αφορά στην Ελλάδα, πως θα επηρεάσει η αλλαγή σκυτάλης στα Ηλύσια Πεδία το Μάιο τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη.

 

Για την ελληνική κυβέρνηση ο Ολάντ, τον οποίο ο Τσίπρας αποκαλούσε κάποτε Ολαντρέου, είχε αναδειχθεί σε πολύτιμο σύμμαχο ή έστω στο μόνο σύμμαχο που μπορούσε να υπάρξει κόντρα στη Γερμανία, μαζί με έναν ακόμη αποχωρήσαντα μαζί με το 2016, το Ματέο Ρέντσι. Ο Ολάντ θεωρούσε ότι στηρίζοντας τη “μικρή αριστερή Ελλάδα” θα μπορούσε να έχει ένα επιχείρημα και στο εσωτερικό του κόμματος του και στη βάση του- κάτι βέβαια που δεν τον βοήθησε τελικά.

Η σοσιαλδημοκρατική Γαλλία όμως, σε επίπεδο αρχηγού κράτους, υπουργού Οικονομικών και επιτρόπου στην Κομισιόν, ήταν ο βασικός παράγων που τάχθηκε με την πλευρά της Αθήνας και αντιτάχθηκε και στην τελευταία γερμανική προσπάθεια να καθυστερήσει την εφαρμογή των βραχυπρόθεσμων για το χρέος με αφορμή το επίδομα στους χαμηλοσυνταξιούχους και την αναστολή της κατάργησης του μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά. Αν και η αλήθεια είναι πως οι εκπρόσωποι της Κομισιόν μέσα στις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς φαίνεται να μην έβαλαν κι ακριβώς βέτο στις πιέσεις. Και είναι αλήθεια επίσης ότι ποτέ στα τελευταία 100 χρόνια οι Γάλλοι δεν κέρδισαν ούτε μία διαμάχη με τους Γερμανούς. Αλλά το Παρίσι ήταν ο μόνος ισχυρός σύμμαχος της Ελλάδας στην προσπάθεια να ανατρέψει προς όφελος της τους πολιτικούς συσχετισμούς στις συνόδους Κορυφής.

Ο Ματέο, που τελικά άκουσε το “no”

Όπως ο Κάμερον, έτσι και ο Ρέντσι αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω ενός δημοψηφίσματος, το οποίο ο ίδιος προκήρυξε και με το οποίο συνέδεσε το πολιτικό του μέλλον, σίγουρος για το “si”. Τελικά αποδείχθηκε για άλλη μία φορά ότι στα δημοψηφίσματα η αρνητική ψήφος είναι πιο ισχυρό κίνητρο και παρόλο που ο Ματέο Ρέντσι είχε πάρει πίσω την απειλή περί παραίτησης, εξωθήθηκε λόγω του ξεκάθαρου αποτελέσματος ούτως ή άλλως σε αυτή. 'Εξι ημέρες μετά το δημοψήφισμα της 5ης Δεκεμβρίου, ο ιταλός πρόεδρος Σέρτζιο Ματαρέλα έδωσε την εντολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης στον μέχρι πρότινος υπουργό Εξωτερικών Πάολο Τζεντιλόνι, που καλείται να βγάλει την Ιταλία από την κρίση.

 

Ο Ματέο Ρέντσι έκανε την μοιραία επιλογή της προκήρυξης δημοψηφίσματος με θέμα τη συνταγματική αναθεώρηση τον Απρίλιο, βασισμένος στο γεγονός ότι το 2014 όταν την είχε πρωτοπαρουσιάσει είχε ευρύτατη αποδοχή. Πρότεινε ειδικότερα τη συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων της Γερουσίας, ώστε να μην μπορεί να μπλοκάρει νομοσχέδια και την αλλαγή του εκλογικού συστήματος προς ένα πλειοψηφικότερο, παρουσιάζοντας τις προτάσεις αυτές ως βήμα για μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα σε μία χώρα που έχει προσφέρει στο πολιτικό λεξιλόγιο τον όρο “ιταλοποίηση της πολιτικής ζωής”.

Όπως και στη Μ.Βρετανία και στην περίπτωση της Ιταλίας το “όχι” εξελήφθη από τους πολίτες ως ψήφος κόντρα στην προσπάθεια του πολιτικού κατεστημένου να ελέγξει τη λαϊκή ψήφο, περιορίζοντας δραστικά τις αρμοδιότητες της Γερουσίας και αλλάζοντας άρδην τον τρόπο εκλογής της. Και πίσω από το “όχι” συνασπίστηκαν πολιτικές δυνάμεις από ένα ευρύ φάσμα, του Πέπε Γκρίλο συμπεριλαμβανομένου, η εκλογική άνοδος του οποίου αποτελεί για την Ευρώπη ένα πολιτικό φόβο, καθώς μεταξυ άλλων έχει δεσμευτεί για δημοψήφισμα με θέμα την παραμονή της Ιταλίας στην Ευρώπη. Ο ευρωσκεπτικισμός ήταν και σε αυτή την περίπτωση, του ιταλικού δημοψηφίσματος, κυρίαρχο στοιχείο.

Ο Ρέντσι ίσως ακριβώς λόγω του ευρωσκεπτικιστικού ρεύματος στην Ιταλία, είχε κοντραριστεί πολλές φορές το προηγούμενο διάστημα με τις Βρυξέλλες, αλλά κυρίως με τη Γερμανία. Το Βερολίνο ήθελε άλλωστε να τον εμποδίσει να προχωρήσει στην ανακεφαλαιοποίηση των ιταλικών τραπεζών και εκείνος δεν ήθελε επ ουδενί να αναγκαστεί να προβεί σε κούρεμα καταθέσεων, κάτι που θα σήμαινε το τέλος της πολιτικής του καριέρας στα 41 χρόνια του.

 

Στην άτυπη Σύνοδο της Μπρατισλάβα, στην οποία δε συμμετείχε η Μ.Βρετανία, εξοργίστηκε με Μέρκελ και Ολάντ που έδωσαν κοινή συνέντευξη τύπου και τον αγνόησαν. Και στη συνέχεια επιτέθηκε σε Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία για μονομερή παραβίαση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας- παρότι σε άλλες στιγμές συμμαχούσε με το Παρίσι εναντίον του Βερολίνου.

Όμως έχασε το δημοψήφισμα. Έτσι ο νεαρός πολιτικός, που το 2015 είχε χαρίσει γραβάτα στον Αλέξη Τσίπρα και είχε συμμετάσχει στην Ευρωμεσογειακή Σύνοδο στις 9 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα μαζί με τον Φρανσουά Ολάντ, αποχώρησε από την εξουσία. Η αβεβαιότητα στην Ιταλία μετατρέπεται σε ένα ακόμη επιχείρημα της ελληνικής πλευράς στη διαπραγμάτευση, σε συνδυασμό με το Brexit και την προσφυγική κρίση: Ποιος θέλει μία ακόμη εστία στην Ευρωζώνη; Και εν τω μεταξύ η διάσωση της ιταλικής τράπεζας Monte dei Paschi di Siena αποτελεί το μεγάλο πονοκέφαλο. Παραμονές Χριστουγέννων η ιταλική κυβέρνηση ενέκρινε διάταγμα για τη διάσωση της MPS, η οποια τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων ανακοίνωσε ότι ζήτησε επίσημα από την ΕΚΤ να προχωρήσει σε «προληπτική ανακεφαλαιοποίηση» και την επομένη η ΕΚΤ δήλωσε ότι η ιταλική τράπεζα χρειάζεται ανακεφαλαιοποίηση 8,8 δισ. ευρώ, αντί των 5 δισ. ευρώ που εκτιμούσε προηγουμένως η MPS.

Και η αμετακίνητη σιδηρά κυρία στο Βερολίνο

Η μόνη εκ των Ευρωπαίων ηγετών, που μοιάζει πιθανό να επιβιώσει και να παίξει κεντρικό ρόλο και το 2017, είναι η Άνγκελα Μέρκελ. Αν και η προσφυγική κρίση είχε λαβώσει το προφίλ της κατά τη διάρκεια του 2016, η ανακοίνωση της υποψηφιότητας της ξανασυσπείρωσε τους ψηφοφόρους της CDU, που λάμβανε στις αρχές Δεκεμβρίου 37% στην πρόθεση ψήφου έναντι 22% της SPD.

 

Στις 6 Δεκεμβρίου, δυο ημέρες αφότου ο Ρέντσι είπε “τσάο”, οι Γερμανοί Χριστιανοδημοκράτες είπαν στη “Mutti”, δηλαδή τη μητερούλα, “Aufwiedersehen”: Η Άνγκελα Μέρκελ επανεξελέγη στην ηγεσία της CDU ως μοναδική υποψήφια με ποσοστό 89,5% και διεκδικεί την τέταρτη θητεία στις εθνικές γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κερδίσει ξανά και θα συνεχίσει να καθορίζει την ευρωπαϊκή πολιτική, για μία σειρά από λόγους. Πρώτον παίζει ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο: Η SPD δεν έχει κάποιον που να μπορεί να την αντιμετωπίσει εύκολα. Δεύτερον, εκείνη ορίζει το ιδεολογικό γήπεδο, αφού οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες έχουν εγκλωβιστεί από την εποχή της ατζέντας Σρέντερ, που εν τέλει άλλωστε έκανε και τη Μέρκελ καγκελάριο. Τρίτον, οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες έχουν χάσει ένα σημαντικό κομμάτι της βάσης τους: Καθώς στη Γερμανία η ψήφος ήταν ξεκάθαρα ταξική, η μείωση του αριθμού των εργαζόμενων στη βιομηχανία σήμανε αποδιοργάνωση της κομματικής βάσης της SPD.

Ο κίνδυνος για τη Μέρκελ και ευρύτερα για τη Γερμανία και την Ευρώπη έρχεται όμως εκ δεξιών με τη μορφή της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD).

Το ξενοφοβικό και λαϊκιστικό κόμμα, που στις εθνικές εκλογές του 2013 οριακά δεν μπήκε στο Bundestag, κινείται πια σε διψήφια ποσοστά δημοσκοπικά (12%- 13%). Εκμεταλλεύεται την οργή οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων κυρίως της πρώην ανατολικής Γερμανίας απέναντι στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, ενώ παράλληλα δηλητηριάζει τον δημόσιο διάλογο με τις αντιμουσουλμανικές και αντιπροσφυγικές του θέσεις.

Απέναντι στην εκ δεξιών απειλή, στελέχη της CDU σκληραίνουν το λόγο τους σε θέματα μετανάστευσης και αντιμετώπισης των αιτούντων άσυλο. Και βέβαια δε δημιουργείται ευνοϊκό κλίμα για να συζητηθεί το αίτημα της Ελλάδας για οριστική λύση στο θέμα του χρέους και μία συμφωνία χωρίς υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018, που θα απαιτούσαν και νέα μέτρα.

 

Για αυτό και ο Αλέξης Τσίπρας επιμένει ότι η ευρωπαϊκή ακροδεξιά δεν μπορεί να υπαγορεύει την πολιτική στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ελλάδα και τις πολιτικές που θα εφαρμόζει η ελληνική κυβέρνηση.

Στην Αθήνα όχι μόνο σήμερα αλλά και τα προηγούμενα μνημονιακά χρόνια, κάποιοι διαχωρίζουν την ήπια συνήθως λεκτικά Μέρκελ από τον “σκληρό” Σόιμπλε. Η Μέρκελ βέβαια επιβιώνει πολιτικά γιατί δεν είναι συγκρουσιακός ή οραματικός τύπος, αλλά μία πολιτικός συμβιβασμών και ελιγμών.

Καθόλου ευέλικτη διάθεση δε δείχνει όμως στην πραγματικότητα όταν καλείται να αλλάξει τον πολιτικό τόνο που δίνει στην Ευρώπη. Απλά αποφεύγει τις ευθείες συγκρούσεις, με το επιχείρημα ότι δεν αποφασίζει το Βερολίνο, αλλά η τρόικα όπως έλεγε στον Αντώνη Σαμαρά το Σεπτέμβριο του 2014 ή οι θεσμοί όπως είπε στον Αλέξη Τσίπρα στις 15 Δεκεμβρίου του 2016.

Το κακό για την Ελλάδα είναι πως με το 2017 ξεκινά άτυπα η προεκλογική περίοδος για τη Γερμανία. Σε αυτό το διάστημα, ο κίνδυνος οι Γερμανοί πολιτικοί να καταλήξουν να ανταγωνίζονται ως προς το ποιος είναι πιο σκληρός απέναντι στους “τεμπέληδες Νότιους” είναι μεγάλος. Όσο και εάν θα ήθελαν κάποιοι στην Αθήνα ένα συνασπισμό Σοσιαλδημοκρατών- Πρασίνων- Die Linke, οι περισσότεροι στοιχηματίζουν σε επανεκλογή Μέρκελ έστω και λαβωμένη. Τι θα κανει μετά; Αυτό θα το μάθουμε το 2017.

 

ADVERTISING

SHARE:

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕWS 24/7 ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ

NEWSLETTER