Μην τα χάσετε

 

 

Μία εικόνα 1000 λέξεις: Ο απαγχονισμός του Ρούντολφ Ες

 
 
Οι 'εξαφανισμένες' φωτογραφίες, των τελευταίων στιγμών του πρωτεργάτη των ναζί. Έμεναν για δεκαετίες κλειδωμένες στα συρτάρια του Υπουργείο Δικαιοσύνης της Πολωνίας.
 

Από την ζωή και το τέλος του Ρούντολφ Ες μπορούμε να διδαχτούμε πολλά ακόμη και σήμερα. Ήταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ο άνθρωπος του μόχθου που όταν μαθαίνεις τι ακριβώς έχει διαπράξει πέφτεις από τα σύννεφα. Αυτός ο μόχθος, οι προσωπικές ήττες και η ανάγκη να αισθανθεί σημαντικός τον οδήγησαν στην αγκαλιά του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος ήδη από το 1922.

 

Ήταν μόλις 22 ετών τότε και ενώ ο πατέρας του ήθελε να γίνει ιερέας αυτός είχε εγκαταλείψει το σχολείο στα 15 του για να πάει να πολεμήσει ως εθελοντής με τον γερμανικό στρατό στην Τουρκία. Εκεί ήταν και η πρώτη του επαφή με ακροδεξιές οργανώσεις που λειτουργούσαν παραστρατιωτικά. Από τις πρώτες του δράσεις μετά την ένταξη του στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα ήταν η δολοφονία του κομμουνιστή Βάλτερ Κάντοβ το 1923 για την οποία καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση αλλά τελικά απελευθερώθηκε το '28 χάρη στην γενική αμνηστία που δόθηκε. Ασχολήθηκε περιστασιακά με την γεωργία στα εδάφη της Πρωσίας ενώ πολιτικά συνέχισε να δραστηριοποιείται σε διάφορους ακροδεξιούς συνδυασμούς όπου ήρθε σε επαφή με τον Χάινριχ Χίλμερ. Ο τελευταίος βρήκε στο πρόσωπο του Ες το τέλειο εργαλείο, έναν εργατικό και δουλοπρεπή «αξιωματικό» για να βοηθήσει στην άνοδο των ναζιστών στην εξουσία και στην συνέχεια να εφαρμόσουν το μακάβριο έργο τους.

Με την έλευση των ναζί ο Ες τοποθετήθηκε σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ξεκίνησε από χαμηλά στο Νταχάου και συνέχισε ως υπασπιστής του διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης Ζάξενχαουζεν το 1938 και δύο χρόνια αργότερα ανέλαβε διοικητής στο Άουσβιτς όπου και παρέμεινε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1943. Έφυγε μόνο για λίγους μήνες για να γίνει διευθυντής της κύριας οικονομικής και διοικητικής υπηρεσίας των SS και επέστρεψε για να βοηθήσει στην εξόντωση των Εβραίων της Ουγγαρίας.

Στο Άουσβιτς αποδείχθηκε ότι δεν ήταν μόνο ένα καλό πιόνι στα χέρια του Χίμλερ αλλά και ο άνθρωπος που τελειοποίησε την εκτελεστική μηχανή των ναζί. Το συγκεκριμένο στρατόπεδο επιλέχθηκε τόσο για την απομακρυσμένη θέση του όσο και για την εύκολη πρόσβαση μέσω τρένου. Αφού επισκέφτηκε το στρατόπεδο εξόντωσης στην Τρεμπλίνκα για να ενημερωθεί για τους τρόπους εξόντωσης των κρατουμένων φρόντισε να τελειοποιήσει την «μακάβρια βιομηχανία» χτίζοντας στο Άουσβιτς θαλάμους αερίων 10 φορές μεγαλύτερους από αυτούς στην Τρεμπλίνκα με αποτέλεσμα σε κάθε φάση να θανατώνονται 2.000 άνθρωποι σε σχέση με τους 200 που ήταν η «παραγωγική δυναμικότητα» της Τρεμπλίνκα.

Στην ένορκη γραπτή κατάθεση του κατά τη δίκη της Νυρεμβέργης πρόσθεσε: «Μία ακόμα βελτίωση που κάναμε σε σχέση με την Τρεμπλίνκα ήταν ότι ενώ στην Τρεμπλίνκα τα θύματα σχεδόν πάντα ήξεραν ότι επρόκειτο να εκτελεστούν, στο Άουσβιτς καταφέρναμε να τους ξεγελάσουμε και νόμιζαν ότι πάνε για καθαρισμό (συνήθως από ψείρες). Βέβαια, συχνά συνειδητοποιούσαν τις πραγματικές μας προθέσεις και υπήρχαν ταραχές και δυσκολίες εξαιτίας αυτού.(...) Από τεχνική άποψη δεν ήταν και τόσο δύσκολο - δεν θα ήταν δύσκολο να εξολοθρεύσουμε ακόμα περισσότερους(...) Η θανάτωση έπαιρνε τον λιγότερο χρόνο, και μπορούσες να σκοτώσεις 2.000 κεφάλια σε μισή ώρα, αλλά ήταν το κάψιμο που έπαιρνε την περισσότερη ώρα. Η θανάτωση ήταν εύκολη και δεν χρειάζονταν καν φρουροί για να τους πάνε στους θαλάμους αερίων, καθώς νόμιζαν ότι πήγαιναν για ντους, όπου αντί για νερό τους ρίχναμε δηλητηριώδη αέρια. Η όλη ιστορία γινόταν πολύ γρήγορα».

Ας επιστρέψουμε όμως πίσω στο Άουσβιτς, όταν ακόμη ήταν σε λειτουργία. Εκεί που ο Ες ζούσε με την οικογένεια του. Λίγο πριν από την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας ο Χίμλερ ενημερώνει τον συνεργάτη του να μεταμφιεστεί σε κατώτατο προσωπικό του γερμανικού ναυτικού ώστε να διαφύγει τη σύλληψη. Αυτό και έκανε και κατάφερε να ζήσει σχεδόν ένα χρόνο ελεύθερος επιστρέφοντας στην παλιά του δουλειά – αγρότης – και με νέο όνομα, Φραντς Λανγκ. Τελικά συνελήφθη από τους Εγγλέζους στις 11 Μαρτίου του 1946. Ο επικεφαλής των Βρετανών ήταν ο Χανς Αλεξάντερ, ένας νεαρός Εβραίος από το Βερολίνο το οποίο εγκατέλειψε για να πάει στη Αγγλία μετά την άνοδο των ναζί. Στην αρχή ο Ες αρνούνταν την ταυτότητα του μέχρι που ο Αλεξάντερ πρόσεξε το δαχτυλίδι του γάμου στο χέρι του Ες. Όταν ζήτησε να το εξετάσει ο Ες προσποιήθηκε ότι δεν μπορεί να το βγάλει αλλά ο Αλεξάντερ κινήθηκε απειλητικά προσποιούμενος αυτός πλέον ότι θα του κόψει το δάχτυλο. Τελικά ο Ες «κατάφερε» να βγάλει το δαχτυλίδι όπου μέσα αναφέρονταν τα ονόματα αυτού και της συζύγου του.

Στην δίκη της Νυρεμβέργης ο Ες υπερασπίστηκε τον εαυτό του αναφέροντας ότι εκτελούσε διαταγές. Ήταν απαθής κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ακροαματικής διαδικασίας ενώ όταν κατηγορήθηκε ότι θανάτωσε τριάμισι εκατομμύρια ανθρώπους η απάντηση του ήταν: «Όχι, ήταν μόνο δυόμισι εκατομμύρια. Οι υπόλοιποι πέθαναν από αρρώστιες και ασιτία».

Στις 2 Απριλίου του 1947, όταν και θα ανακοινώνονταν οι αποφάσεις του δικαστηρίου ο Ες δεν είχε αυταπάτες για το ποια θα ήταν η ποινή του. Καταδικάστηκε σε θάνατο δι'απαγχονισμού. Με την λήξη της δίκης ζήτησε το δαχτυλίδι – αυτό που πρόδωσε την ταυτότητα του – να παραδοθεί στην σύζυγο του.

Στον δρόμο για την κρεμάλα

Η αρχική ημερομηνία για την εκτέλεση, η 14 Απριλίου, αναβλήθηκε καθώς κρίθηκαν ότι τα μέτρα ασφαλείας δεν ήταν επαρκή καθώς είχε συγκεντρωθεί εξαγριωμένο πλήθος από τους επιζώντες και τους συγγενείς των θυμάτων που ήθελαν να λιντσάρουν τον πρώην αξιωματούχο.

H ποινή εκτελέστηκε στις 16 Απριλίου του ίδιου χρόνου σε ένα τόπο καθόλου άγνωστο για τον Ες. Δίπλα στο κρεματόριο του πρώην στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Άουσβιτς. Η αγχόνη – η οποία βρίσκεται ακόμη εκεί στις ημέρες μας – κατασκευάστηκε ειδικά για τον σκοπό αυτό στην θέση που βρισκόταν το στρατόπεδο της Γκεστάπο. Πλέον οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Γερμανοί αιχμάλωτοι πολέμου με το που ξημέρωσε ανήγειραν την αγχόνη με την καταπακτή. Δεν αποκλείεται οι ίδιοι να ήταν και οι δήμιοι.

Στον χώρο που θα γινόταν η εκτέλεση δεν μπορούσε να εισέλθει κανείς χωρίς το ειδικό δελτίο. Παντού βρίσκονταν ένοπλοι και ένστολοι φύλακες. Ο Ες έφτασε στις 8 το πρωί και μεταφέρθηκε στο κτίριο που κάποτε στεγάζονταν τα γραφεία του. Ζήτησε να πιει μια κούπα καφέ. Όταν την ήπιε τον μετέφεραν σε ένα κελί στο «καταφύγιο» στην φυλακή του μπλοκ Νο. 11 γνωστότερο ως «μπλοκ του θανάτου».

Οδηγήθηκε στο σημείο της εκτέλεσης στις 10.00 π.μ. Παρέμενε ατάραχος. Με έντονο βηματισμό, σχεδόν αλαζονικό, περπάτησε κατά μήκος του κεντρικού δρόμου του στρατοπέδου. Καθώς τα χέρια ήταν ασφαλισμένα με χειροπέδες πίσω από την πλάτη του οι εκτελεστές του τον βοήθησαν να ανέβει πάνω στο σκαμνί που βρίσκονταν πάνω από την καταπακτή. Ένας ιερέας, η παρουσία του οποίοι είχε ζητηθεί από τον κατάδικο, πλησίασε την αγχόνη. Ο εισαγγελέας ανέγνωσε την απόφαση. Ο δήμιος τοποθέτησε την θηλιά στο κεφάλι του Ες. Στην συνέχεια τραβάει το σκαμνί κάτω από τον πρώην διοικητή των ναζί... ο ιερέας απαγγέλλει την προσευχή για τον νεκρό. Το ρολόι δείχνει 10.08 π.μ. Ο θάνατος του Ες θα πιστοποιηθεί στις 10:21 από τον γιατρό που έχει κληθεί για αυτόν ακριβώς το σκοπό. Είναι άγνωστο τι έγινε το σώμα του νεκρού αν και σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως εφαρμόζεται η αποτέφρωση.

Οι «εξαφανισμένες φωτογραφίες»

Την επόμενη ημέρα στον πολωνικό Τύπο υπήρχε μόνο μία μικρή αναφορά για την εκτέλεση χωρίς κάποια φωτογραφία. Οι ερευνητές που εξέτασαν τα αρχεία για την υπόθεση Ες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι την περίοδο εκείνη είχε επιβληθεί από τις αρχές απαγόρευση δημοσίευσης φωτογραφιών απαγχονισμού. Τι είχε προηγηθεί; Από το καλοκαίρι του 1946 με τις πρώτες καταδικαστικές αποφάσεις Γερμανών εγκληματιών πολέμου δημιουργήθηκε ένας χώρος για την εκτέλεση τους δι' απαγχονισμού στις πλαγιές του Πόζναν. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνονταν να τις παρακολουθήσει ανάμεσα σε αυτούς και παιδιά. Επικρατούσε ένα κλίμα πικ -νικ με μικροπωλητές να έχουν στήσει πάγκους με γλυκά, αναψυκτικά και παγωτά. Μετά την εκτέλεση οι παρευρισκόμενοι έδιναν πραγματική μάχη για το ποιος θα πάρει σχοινί από τον δήμιο ως αναμνηστικό. Διανοούμενοι και οι επικεφαλής της εκκλησίας διαμαρτυρήθηκαν στις αρχές οι οποίες πήραν απόφαση να δώσουν ένα τέλος σε αυτό το πανηγύρι.

Η εκτέλεση του Ες πραγματοποιήθηκε παρουσία 100 ανθρώπων μεταξύ των οποίων πρώην κρατούμενοι, υψηλόβαθμα στελέχη από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, από το γραφείο του εισαγγελέα και από την πολωνική Ασφάλεια και ήταν η τελευταία δημόσια εκτέλεση που έλαβε χώρα στην Πολωνία.

Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση τραβήχτηκαν από τον φωτογράφο Στάνισλαβ Νταμπρογέσκι και παρέμειναν ασφαλισμένες όσο παρέμεινε το κομμουνιστικό καθεστώς στον Πολωνία. Τα αρνητικά φυλάσσονταν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της χώρας αλλά εξαφανίστηκαν κάποια στιγμή. Σήμερα υπάρχουν μόνο έντεκα ανατυπώσεις.

(σ.σ. για την αποφυγή παρανοήσεων υπάρχουν δύο πρόσωπα με το όνομα Ρούντολφ Ες που πρωταγωνίστησαν την ίδια εποχή στην ναζιστική Γερμανία. Το πρόσωπο στο οποίο γίνεται αναφορά και ήταν διοικητής στο Άουσβιτς και ο πολιτικός ο οποίος αυτοκτόνησε στις 17 Αυγούστου του 1987)

 

ADVERTISING

SHARE:

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕWS 247 ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ

NEWSLETTER