Από την Οξφόρδη στο Ντέρμπι
Διαβάζεται σε 3'
Αν πράγματι εφαρμοστούν τα σωστά κριτήρια, τότε τα περισσότερα από τα πανεπιστήμια που υπέβαλαν αίτηση δεν θα έπρεπε καν να εγκριθούν.
- 02 Απριλίου 2025 11:05
Η κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας πανηγυρίζουν. Μιλούν για «ιστορική μεταρρύθμιση», για «εκπαιδευτικό κόμβο» στη νοτιοανατολική Ευρώπη, για «επιστροφή των επιστημόνων μας» και «απελευθέρωση της δημιουργικότητας». Αιτία; Η κατάθεση 12+1 αιτήσεων από ξένα πανεπιστήμια για ίδρυση παραρτημάτων στην Ελλάδα, με βάση τον νέο νόμο 5094/2024. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι λιγότερο φαντασμαγορική από τη δήλωση της υπουργού Παιδείας, σύμφωνα με την οποία «η χώρα μας [μεταλλάσεται] από παγκόσμια «εκπαιδευτική» ιδιαιτερότητα σε κόμβο γνώσης και καινοτομίας για την ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης».
Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.
Από τα 10 βρετανικά πανεπιστήμια που υπέβαλαν αίτηση, μόνο ένα –το Πανεπιστήμιο του York – ανήκει στο Russell Group. Tα υπόλοιπα είναι στην καλύτερη περίπτωση χαμηλά στις λίστες κατάταξης τόσο στη Μ. Βρετανία όσο και διεθνώς, κάτι που με κάνει να υποπτεύομαι ότι ίσως επιδιώκουν να επεκταθούν στην Ελλάδα πρωτίστως για λόγους οικονομικής επιβίωσης παρά για λόγους εξωστρέφειας.
Η υπουργός Παιδείας, ωστόσο, μιλά για «νέες επιλογές στους Έλληνες φοιτητές». Ναι, η αύξηση επιλογών είναι κατ’ αρχήν θετική. Αλλά η ποσότητα δεν υποκαθιστά την ποιότητα. Οι φοιτητές που δεν μπορούν να φοιτήσουν σε ελληνικά πανεπιστήμια είτε λόγω βάσεων εισαγωγής, είτε λόγω γλωσσικών/οικονομικών περιορισμών, δεν διασφαλίζεται ότι θα ωφεληθούν από ιδρύματα με περιορισμένη ή ανύπαρκτη διεθνή αναγνώριση. Αντίθετα, κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε ένα φθηνό ιδιωτικό branding με υψηλό για την προσφερόμενη ποιότητα κόστος και περιορισμένο επαγγελματικό αντίκτυπο σε μια ανταγωνιστική αγορά εργασίας.
Ακόμη πιο αμφίβολος είναι ο ισχυρισμός του υπουργείου Παιδείας πως αυτή η μεταρρύθμιση θα συμβάλει στην «επιστροφή των επιστημόνων μας». Οι ερευνητές που εργάζονται σε κορυφαία ιδρύματα του εξωτερικού (Harvard, Oxford, ETH Zurich, κ.ά.) δεν νομίζω να πειστούν εύκολα να επιστρέψουν για να διδάξουν στο παράρτημα του Πανεπιστημίου του Derby ή στο αζήτητο Πανεπιστήμιο του Greater Manchester.
Επιπλέον, το αφήγημα περί «τέλους της ελληνικής εκπαιδευτικής ιδιαιτερότητας» μέσω των ξένων παραρτημάτων παραγνωρίζει μια θεμελιώδη αντίφαση: η Ελλάδα δεν επιτρέπει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων βάσει του Συντάγματος (άρθρο 16), αλλά ταυτόχρονα ανοίγει τον δρόμο σε αμφιλεγόμενης ποιότητας –στην συντριπτική τους πλειονότητα– πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού να λειτουργούν με όρους ημι-ιδιωτικής εκπαίδευσης. Πρόκειται για έναν υβριδισμό που δεν διασφαλίζει ούτε την ακαδημαϊκή αριστεία ούτε τη θεσμική καθαρότητα.
Το υπουργείο Παιδείας υπόσχεται αξιολόγηση από την ΕΘΑΑΕ και τον ΕΟΠΠΕΠ με «διεθνώς αναγνωρισμένα κριτήρια». Αν πράγματι εφαρμοστούν τέτοια κριτήρια, τότε τα περισσότερα από τα πανεπιστήμια που υπέβαλαν αίτηση δεν θα έπρεπε καν να εγκριθούν. Θα τολμήσει όμως η Πολιτεία να απορρίψει αιτήσεις λόγω ανεπαρκούς κύρους και φήμης; Αν όχι, τότε η έννοια της ποιότητας γίνεται απλώς εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας. Η εξωστρέφεια μετατρέπεται σε εργαλείο αγοράς, και η μεταρρύθμιση σε πολιτικό φετίχ.
Το να έρθουν ξένα πανεπιστήμια στην Ελλάδα δεν είναι εκ των προτέρων κακό. Αντίθετα, θα μπορούσε να ενισχύσει τον ανταγωνισμό, να φέρει καινοτομία και να δημιουργήσει νέες εκπαιδευτικές διαδρομές. Όμως, αυτό προϋποθέτει ποιότητα, διαφάνεια και θεσμική ισοτιμία – όχι μεταρρυθμιστικό ενθουσιασμό χωρίς υπόβαθρο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται φθηνή εισαγόμενη «ανωτατοποίηση» αλλά ένα οραματικό, πολυκεντρικό, αξιόπιστο οικοσύστημα γνώσης που να στηρίζεται σε θεσμούς, όχι μόνο σε νόμους. Οι μεταρρυθμίσεις κερδίζουν το ιστορικό τους βάρος μόνο όταν υπηρετούν τη δημόσια αποστολή της εκπαίδευσης με σχέδιο, συνέπεια και χωρίς υπεκφυγές.