Το Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ και η (πραγματική) λογοκρισία
Διαβάζεται σε 5'
Η ελευθερία του λόγου και του Τύπου δεν κινδυνεύουν από μια απαράδεκτη κλήση σε απολογία, αλλά από ενέργειες ανθρώπων της εξουσίας και των φίλων τους στα ΜΜΕ.
- 02 Απριλίου 2025 20:31
Ευθύς εξαρχής θέλω να πω στον αναγνώστη ότι όσα θα διαβάσει στη συνέχεια είναι ήσσονος σημασίας, σε σχέση με τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούν σήμερα τον κόσμο μας. Με αυτά τα προβλήματα συνηθίζω να ασχολούμαι στα κείμενά μου και αυτό μου επιτρέπει μια παρέκβαση: σήμερα θα ασχοληθώ με κάτι που αφορά το στενό σινάφι μας, των δημοσιογράφων. Και το κάνω μόνο και μόνο επειδή ανακατεύθηκαν υποκριτικά τέσσερις υπουργοί, παριστάνοντας τους ευαίσθητους σε θέματα ελευθερίας της έκφρασης.
Αφορμή για όλα αυτά ήταν η καταγγελία της δημοσιογράφου Σοφίας Γιαννακά (διευθύνει την ιστοσελίδα iefimerida.gr) ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο του σωματείου μας, της ΕΣΗΕΑ, την κάλεσε σε απολογία για ένα άρθρο της με το οποίο καταφερόταν εναντίον της Μαρίας Καρυστιανού (τίτλος του άρθρου: «Μήπως το έχει παρακάνει;»).
Αρχικά δύο παρατηρήσεις:
Η πρώτη: Εδώ και δεκαετίες έχω καταγράψει την άποψή του, μέσα από τις στήλες της «Ελευθεροτυπίας», ότι τα Πειθαρχικά δεν έχουν καμιά δουλειά να ασχολούνται με απόψεις που λέγονται και γράφονται, εν προκειμένω με άρθρα γνώμης. Δεν επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές για έκφραση γνώμης, ο καθένας λέει και γράφει ό,τι θέλει υπό δύο όρους. Πρώτον, να υπογράφει. Και, δεύτερον, να μην παραβιάζει τον ποινικό νόμο. Αν τον παραβιάζει, τον λόγο έχουν τα δικαστήρια, όχι τα Πειθαρχικά.
Συμπέρασμα πρώτο: η κλήση σε απολογία της δημοσιογράφου για άρθρο γνώμης είναι απαράδεκτη και όσοι την αποφάσισαν έχουν νηπιακή σκέψη. Τι θα πει ότι καταφέρθηκε εναντίον της Μαρίας Καρυστιανού; Δικαίωμά της. Θα την κρίνουν οι αναγνώστες και κανένα Πειθαρχικό. Τελεία και παύλα.
Η δεύτερη παρατήρηση: τα Πειθαρχικά κρίνουν πράξεις που ενδέχεται να πλήττουν το επάγγελμα γενικότερα και τα σωματεία ειδικότερα. Ας το πούμε με ένα παράδειγμα. Αν το σωματείο κηρύξει απεργία και μέλη του δεν απεργούν, τα Πειθαρχικά έχουν το λόγο. Και αυτό δεν είναι θεωρητικό, έχει πρακτικό αντίκρυσμα και σε ό,τι αφορά τους δημοσιογράφους. Διότι σε όλες τις απεργίες που έχει κάνει η ΕΣΗΕΑ υπήρξαν απεργοσπάστες. Οι περισσότερες ιστοσελίδες, μεταξύ των οποίων και αυτή που διευθύνει η Σοφία Γιαννακά, αντιστρατεύονται τις αποφάσεις του σωματείου. Εκεί έχουν λόγο τα Πειθαρχικά. Διότι, αν είσαι μέλος ενός σωματείου και δεν τηρείς τις αποφάσεις του, αποχωρείς ή διαγράφεσαι.
(Ας μου επιτραπεί εδώ μια προσωπική αναφορά: το 2011 η ΕΣΗΕΑ είχε κηρύξει απεργία στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ για μη καταβολή δεδουλευμένων. Η εφημερίδα είχε μπει σε μεγάλη κρίση και η τύχη της κρεμόταν από μια κλωστή. Η συνέλευση των εργαζομένων κατάγγειλε την κήρυξη απεργίας και αποφάσισε να μην την τηρήσει. Πήρα το λόγο και είπα: «Διαφωνώ και εγώ με την κήρυξη απεργίας, είναι λάθος η απόφαση. Όμως, θα απεργήσω. Διότι οι αποφάσεις των σωματείων πρέπει να γίνονται σεβαστές. Αλλιώς θα διαλυθούν και αυτό θα είναι σε βάρος όλων των εργαζομένων». Τιμώ το σωματείο μου και το στηρίζω, όσα λάθη κι αν κάνει. Κλείνει αυτή παρένθεση).
Συμπέρασμα δεύτερο: τα Πειθαρχικά δεν «δικάζουν» απόψεις και γνώμες. «Δικάζουν» πράξεις, όπως αυτή των απεργοσπαστών.
Ερχόμαστε τώρα στην «ευαισθησία» που επέδειξαν τέσσερις υπουργοί (Χατζηδάκης, Σκέρτσος, Γεωργιάδης, Μαρινάκης) για την «ελευθερία της έκφρασης» που (υποτίθεται ότι) επλήγη από την κλήση σε απολογία. Πρώτον, δεν επλήγη καθόλου. Διότι η συνάδελφος γράφει τη γνώμη της απόλυτα ελεύθερα, τη δε απόφαση του Πειθαρχικού αποδοκίμασαν ακόμα και όσοι έχουν σφοδρή αντίθεση με τις απόψεις της. Δεύτερον, η ελευθερία της έκφρασης πλήττεται από πράξεις ανθρώπων της εξουσίας, όταν δεν τους αρέσουν όσα λέγονται και γράφονται γι αυτούς. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα οι συνεχείς εκφοβιστικές αγωγές σε βάρος μέσων ενημέρωσης και δημοσιογράφων, που κάνει ο πρώην γραμματέας του πρωθυπουργού Γρηγόρης Δημ ητριάδης για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Από τέτοιες ενέργειες απειλείται η ελευθεροτυπία και δεν είδαμε να βγάζουν άχνα οι τέσσερις υπουργοί, οι οποίοι έγιναν ξαφνικά «ευαίσθητοι» από μια κλήση σε απολογία.
Τέλος, με αφορμή αυτήν την κλήση σε απολογία- επαναλάμβάνουμε: απαράδεκτη και βλακώδη- «έπαιξε» πολύ η λέξη «λογοκρισία». Θεωρητικά, θα μπορούσε να εκληφθεί και έτσι. Στην πράξη όμως είναι; Όχι. Κανένας δημοσιογράφος δεν κινδυνεύει από τη «λογοκρισία» κάποιου Πειθαρχικού. Απόδειξη ότι η εγκαλουμένη εξακολουθεί να γράφει άνετα και ελεύθερα τις απόψεις της. Και έτι πρέπει να γίνεται.
Η πραγματική λογοκρισία δεν ασκείται από τα Πειθαρχικά της ΕΣΗΕΑ, αυτό είναι αστείο και να το λέει κανείς. Η πραγματική λογοκρισία ασκείται από ιδιοκτήτες και διευθυντές μέσων ενημέρωσης που κρύβουν γεγονότα ή δεν δημοσιεύουν άρθρα που ενοχλούν τις παντός είδους εξουσίες και τους φίλους τους σε αυτές (πρωθυπουργούς, υπουργούς κ.α).
Και για να μην θεωρητικολογούμε, ας κλείσω με μια προσωπική επ’ αυτού εμπειρία, που δένει απολύτως με τα σημερινά. Πριν από πέντε χρόνια αρθογραφούσα στην ιστοσελίδα iefimerida (μου το ζήτησαν, δεν το ζήτησα εγώ και με τη ρητή διαβεβαίωση ότι θα γράφω ελεύθερα και ανεμπόδιστα τη γνώμη μου). Η συνεργασία κράτησε ενάμιση μήνα, πρόλαβα να γράψω 24 άρθρα, τα περισσότερα ενοχλητικά για την κυβέρνηση. Το 25ο δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. Η ιστοσελίδα είναι φιλοκυβερνητική, δεν άντεχε άλλο τέτοια κείμενα. Φυσικά, το κατήγγειλα και αποχώρησα. Για την ιστορία, το άρθρο είχε τον τίτλο «Κλώνοι του Άδωνη και του Πλεύρη χαλάνε το «κεντρώο» αφήγημα του Μητσοτάκη».
Eν κατακλείδι: η ελευθερία του λόγου και του Τύπου δεν κινδυνεύουν από μια – το ξαναλέμε – απαράδεκτη και βλακώδη-κλήση σε απολογία. Κινδυνεύουν από ενέργειες ανθρώπων της εξουσίας και των φίλων τους στα μέσα ενημέρωσης. Γι’ αυτό, όπου ακούτε μεγάλα λόγια («λογοκρισία» κα) να ξέρετε ότι υπάρχει πολλή υποκρισία.
Όπως ακριβώς το έχει πει ο αρχαίος Δημόκριτος: «Πολλοί δρώντες τα αίσχιστα, λόγους τους αρίστους ασκέουσι»…