Πόσο εφικτό είναι το ειρηνευτικό σχέδιο της Ευρώπης για την Ουκρανία
Διαβάζεται σε 4'
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες προωθούν σχέδιο ειρήνης για την Ουκρανία, όμως η στρατιωτική αδυναμία, η στάση του Τραμπ και η αδιαλλαξία της Ρωσίας το καθιστούν αβέβαιο.
- 03 Μαρτίου 2025 21:45
Η σύνοδος κορυφής των 19 ηγετών, κυρίως από την Ευρώπη, που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο, κατέληξε σε ένα νέο σχέδιο για την επίτευξη εκεχειρίας στην Ουκρανία. Ωστόσο, οι προκλήσεις που ακολουθούν είναι τεράστιες.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ και ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ελπίζουν ότι αυτή θα είναι η πρωτοβουλία που θα οδηγήσει τελικά σε μια βιώσιμη ειρήνη.
Στο επίκεντρο του σχεδίου βρίσκεται η «συμμαχία των προθύμων», όπως τη χαρακτηρίζει ο Στάρμερ, μια ομάδα χωρών που θα αναλάβουν την εγγύηση της ειρήνης εάν επιτευχθεί συμφωνία.
Όμως, οι δυσκολίες είναι πολλές.
Μπορεί η Ευρώπη να δημιουργήσει μια αποτρεπτική δύναμη;
Το πρώτο ερώτημα αφορά την ικανότητα της Ευρώπης να συγκροτήσει μια στρατιωτική δύναμη ικανή να αποτρέψει μελλοντικές ρωσικές επιθέσεις. Οι στρατοί των ευρωπαϊκών χωρών βρίσκονται σε παρατεταμένη μείωση εδώ και δεκαετίες, ενώ τα οπλοστάσιά τους είναι μισοάδεια.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει δηλώσει ότι για να διατηρηθεί μια εκεχειρία κατά μήκος της γραμμής αντιπαράθεσης μήκους 960 χιλιομέτρων θα απαιτηθεί μια διεθνής δύναμη έως 200.000 στρατιωτών. Αν και αυτός ο αριθμός είναι μάλλον μη ρεαλιστικός, το ζητούμενο παραμένει: χωρίς μια ισχυρή αποτρεπτική παρουσία, οποιαδήποτε εκεχειρία θα κινδυνεύει να καταρρεύσει.
Η αεροπορική υπεροχή θα είναι κρίσιμη, τόσο για επιχειρήσεις επιτήρησης (ISR) όσο και για την απόκρουση μελλοντικών ρωσικών επιθέσεων. Δεν έχει νόημα η ανάπτυξη μιας βρετανικής ταξιαρχίας σε ένα τμήμα της γραμμής κατάπαυσης του πυρός, εάν λίγα χιλιόμετρα μακριά οι ρωσικές δυνάμεις προελαύνουν ανεμπόδιστες.
Επιπλέον, όπως γράφει το BBC, η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις στρατιωτικές δυνατότητες των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών (IISS), η αμερικανική συμβολή είναι κρίσιμη, ιδιαίτερα στους τομείς των πληροφοριών, της εναέριας ανεφοδιαστικής υποστήριξης και των μαχητικών αεροσκαφών. Χωρίς την Ουάσινγκτον, η Ευρώπη θα δυσκολευτεί να σχηματίσει μια αξιόπιστη στρατιωτική δύναμη προστασίας της Ουκρανίας.
Θα πειστεί ο Τραμπ να παρέχει στήριξη;
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει ότι «σταματάει πολέμους, δεν τους ξεκινά». Το τελευταίο πράγμα που θέλει είναι να δεσμεύσει αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις σε μια ασταθή εκεχειρία, που μπορεί να εξελιχθεί σε έναν γενικευμένο πόλεμο με εμπλοκή του ΝΑΤΟ.
Αντί να στηρίξει μια ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη, ο Τραμπ έχει ξεκαθαρίσει ότι προτιμά να διαπραγματευτεί απευθείας με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.
Ο Στάρμερ επιδιώκει να διαμορφώσει ένα αξιόπιστο σχέδιο εκεχειρίας, με την ελπίδα ότι θα πείσει τον Τραμπ να προσφέρει στρατιωτική στήριξη ως εγγύηση.
Μέχρι στιγμής, όμως, το σενάριο αυτό μοιάζει απίθανο.
Θα δεχτεί η Ρωσία μια τέτοια συμφωνία;
Γιατί να το κάνει; Ο ρωσικός στρατός συνεχίζει να κερδίζει εδάφη στο πεδίο της μάχης, αν και με τεράστιο ανθρώπινο κόστος. Παράλληλα, η Ουκρανία έχει χάσει τον ισχυρότερο σύμμαχό της, τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Χωρίς την αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη, το Κίεβο δυσκολεύεται να αναχαιτίσει τη ρωσική προέλαση στα ανατολικά και νότια μέτωπα. Χωρίς τους αμερικανικούς πυραύλους Patriot, οι ουκρανικές πόλεις είναι ακόμη πιο εκτεθειμένες σε ρωσικούς βομβαρδισμούς.
Ο Πούτιν έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν θα αποδεχτεί την παρουσία στρατιωτών από χώρες του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία. Με δεδομένη τη στάση του Τραμπ, η ρωσική ηγεσία έχει πλέον έναν έμμεσο σύμμαχο στον Λευκό Οίκο, γεγονός που μειώνει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες συμβιβασμού.
Αντιθέτως, η Μόσχα παραμένει σταθερή στη μαξιμαλιστική της θέση: να επαναφέρει ολόκληρη την Ουκρανία στη σφαίρα επιρροής της και να αντικαταστήσει τον Ζελένσκι με μια φιλορωσική κυβέρνηση-μαριονέτα.
Στην καλύτερη περίπτωση, η Ρωσία δεν θα υποχωρήσει από τη βασική της απαίτηση: να διατηρήσει τον έλεγχο των κατεχόμενων περιοχών σε Χερσώνα, Ζαπορίζια, Ντονέτσκ και Λουχάνσκ, αλλά και να αποκτήσει πλήρη κυριαρχία στις πόλεις Χερσώνα και Ζαπορίζια. Αυτό θα ανάγκαζε εκατοντάδες χιλιάδες Ουκρανούς πολίτες είτε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους είτε να αποδεχτούν τη ρωσική υπηκοότητα.
Η σύνοδος του Λονδίνου μπορεί να έθεσε τις βάσεις για μια πιθανή ειρηνευτική πρωτοβουλία, όμως οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί καθιστούν την επιτυχία της εξαιρετικά δύσκολη.