“Το σοκ της Κίνας”: Πώς η ιστορία επαναλαμβάνεται με τους δασμούς του Τραμπ
Διαβάζεται σε 7'
Πώς από την ήττα του Τραμπ από έναν Ιάπωνα σε δημοπρασία του 1988 και το χαμένο πιάνο της ταινίας “Καζαμπλάνκα”, φτάσαμε στην επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ σε όλο σχεδόν τον κόσμο.
- 03 Απριλίου 2025 21:46
Η 2α Απριλίου 2025 θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη όλων ως η ημέρα που ο Ντόναλντ Τραμπ σόκαρε τον πλανήτη ανακοινώνοντας την επιβολή δασμών στα αμερικανικά προϊόντα προς όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου. Στο μυαλό όμως του ίδιου του προέδρου και των υποστηρικτών του, η 2α Απριλίου ήταν η “Ημέρα Απελευθέρωσης” και η λέξη “δασμός“, η “πιο όμορφη λέξη στο λεξικό”.
Η ριζοσπαστική δασμολογική πολιτική του Τραμπ έχει ήδη πλήξει τις χρηματιστηριακές αγορές, έχει επιδεινώσει το καταναλωτικό κλίμα αλλά από την άλλη, έχει ενθουσιάσει ορισμένους μακροχρόνιους επικριτές της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, οι δασμοί όχι μόνο δεν βοηθούν να γίνει το… όραμά τους πραγματικότητα, αλλά τους θυματοποιούν ξανά.
Η προϊστορία της καταστροφικής αυτής πολιτικής, η οποία όχι μόνο θα κάνει την Αμερική φτωχότερη αλλά και θα την απομακρύνει από τους στενότερους συμμάχους της, είναι τόσο μεγάλη και παράξενη όσο θα περίμενε κανείς από τον Τραμπ. Ο “μύθος” λέει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος ηττήθηκε σε μία δημοπρασία το 1988 για ένα πιάνο που χρησιμοποιήθηκε στην ταινία “Καζαμπλάνκα”, το οποίο αγοράστηκε τελικά από έναν Ιάπωνα συλλέκτη, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι από τότε η Ιαπωνία ήταν οικονομική απειλή. Σημειώνεται ότι στην Ιαπωνία επέβαλε δασμούς ύψους 24%.
Το κλειδί όμως δεν βρίσκεται στην… Καζαμπλάνκα αλλά, σύμφωνα με το VOX, σε μία μελέτη του 2013 από τους Ντέιβιντ Άουτορ, Ντέιβιντ Ντορν και Γκόρντον Χάνσον, η οποία είναι εξίσου διάσημη και γνωστή ως “Το σοκ της Κίνας“. Ολόκληρος ο τίτλος είναι: “Το σύνδρομο της Κίνας: Τοπικές επιπτώσεις του εισαγωγικού ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες”.
Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι η αύξηση των αμερικανικών εισαγωγών κατασκευαστικών προϊόντων από την Κίνα μεταξύ 1991 και 2007 οδήγησε σε μεγάλες απώλειες θέσεων εργασίας στον τομέα της αμερικανικής βιομηχανίας, απώλειες που συγκεντρώθηκαν σε λίγες και συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές. Οι κάτοικοι των περιοχών που επλήγησαν είδαν τους μισθούς να μειώνονται για ένα απρόσμενα μεγάλο χρονικό διάστημα και τη συμμετοχή σε κρατικά προγράμματα παροχών να αυξάνεται.
Η κατανόηση αυτού του ευρήματος από τα think tank της Ουάσιγκτον ήταν σαφής: Η ελεύθερη αγορά δεν λειτουργούσε. Μπιλ Κλίντον και ο Τζορτζ Μπους είχαν υποσχεθεί ότι συμφωνίες όπως οι μόνιμες εμπορικές σχέσεις ή το NAFTA, θα ήταν συμφέρουσες για όλους, ενώ στην πραγματικότητα κατέστρεφαν την αμερικανική παραγωγή.
Μετά τη νίκη του Τραμπ το 2016 με μια έντονα αντιεμπορική ατζέντα, και με την υποστήριξη από πολιτείες που είχαν πληγεί από το “σοκ της Κίνας”, όπως το Ουισκόνσιν και το Μίσιγκαν, πολλοί Δημοκρατικοί είδαν ότι οι συνέπειες των γεγονότων ήταν προφανείς: Ήταν καιρός να γυρίσουν την πλάτη τους στο εμπόριο, τουλάχιστον για λόγους πολιτικής επιβίωσης.
“Δεν είναι το κομμάτι της ‘Κίνας’ που είναι κρίσιμο: είναι το ‘σοκ'”
Διαβάζοντας τη μελέτη για το “κινεζικό σοκ” και τα επακόλουθά του, αυτό που ξεχωρίζει είναι το πόσο περιορισμένη είναι η βιβλιογραφία σχετικά με την εμπορική πολιτική αυτή καθαυτή. Οι Άουτορ, Ντορν και Χάνσον ξεκαθαρίζουν ότι το σοκ δεν προήλθε μόνο από την αλλαγή της πολιτικής των ΗΠΑ έναντι της Κίνας, αλλά και από τη μαζική αύξηση της παραγωγικότητας στη βιομηχανία της Κίνας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Αυτό σημαίνει ότι οι απώλειες θέσεων εργασίας σε ορισμένες περιοχές δεν οφείλονταν μόνο στην άρση των περιορισμών από τις ΗΠΑ, αλλά και σε αλλαγές εντός της Κίνας, τις οποίες η αμερικανική πολιτική δεν μπορούσε να αλλάξει.
Οι συγγραφείς είναι εξίσου σαφείς ότι το εμπόριο δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας που οδήγησε στη μείωση της απασχόλησης στη βιομηχανία. Εκτιμούν ότι το “σοκ της Κίνας” ήταν υπεύθυνο για περίπου το ένα τέταρτο της μείωσης των θέσεων εργασίας στον τομέα της βιομηχανίας κατά την περίοδο που μελέτησαν.
Πρόκειται σίγουρα για ένα σημαντικό στοιχείο, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει πόσο άλλοι παράγοντες – όπως οι τεχνολογίες εξοικονόμησης εργασίας στον τομέα ή η μετατόπιση της ζήτησης των καταναλωτών προς τις υπηρεσίες – συνέβαλαν στην αποδυνάμωση των παλιών βιομηχανικών πόλεων.
Ακόμα και αν η Κίνα παρέμενε φτωχή και δεν εξελισσόταν σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς, οι ΗΠΑ θα είχαν χάσει γρήγορα θέσεις εργασίας στη βιομηχανία, απλώς όχι τόσες πολλές.
Αντί ωστόσο για μια καταγγελία κατά του ελεύθερου εμπορίου, είναι προτιμότερο να κατανοήσουμε τη βιβλιογραφία για το “σοκ της Κίνας” ως μια εξήγηση του τι συμβαίνει όταν μια συγκεκριμένη περιοχή δέχεται ένα μεγάλο οικονομικό πλήγμα, είτε λόγω εισαγωγών είτε λόγω άλλων παραγόντων.
Ο Άουτορ συνέκρινε την κατάσταση με τις απώλειες που υπέστη η Δυτική Βιρτζίνια όταν οι ΗΠΑ απομακρύνθηκαν από τον άνθρακα. “Το μάθημα για το μέλλον δεν αφορά το πώς θα ανταγωνιστούμε τη βιομηχανία”, είχε δηλώσει σε συνέντευξή του το 2021. “Δεν αφορά καν [μόνο] το εμπόριο αυτό καθεαυτό, αλλά έχει να κάνει με την προσαρμογή των ανέργων και των περιοχών που έχουν πληγεί σκληρά. Πόσο δαπανηρή είναι, πόσο αργή είναι και πώς μπορούμε να την κάνουμε να λειτουργήσει καλύτερα. Δεν είναι το κομμάτι της ‘Κίνας’ που είναι κρίσιμο: είναι το ‘σοκ’“.
Μήπως το νέο “σοκ” να γίνεται χωρίς λόγο;
Όπως αναφέρει το VOX, αν κάτι δεν θα πετύχει ο Τραμπ με τους δασμούς που ανακοίνωσε, είναι να επαναφέρει με οποιονδήποτε τρόπο την παραγωγή στις ΗΠΑ.
Οι δασμοί έχουν φέρει τεράστια αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο και στις αλυσίδες εφοδιασμού που διασχίζουν τα σύνορα, όπως ο τομέας αυτοκινητοβιομηχανίας του Μίσιγκαν και του Οντάριο, ενώ έχουν αναγκάσει τους κατασκευαστές και τους λιανοπωλητές που εξαρτώνται από τις εισαγωγές ως πρώτες ύλες ή εμπορεύματα πωλήσεων, να βρουν τρόπους να προσαρμοστούν.
Αυτή ακριβώς η μαζική οικονομική μεταβολή που επιβλήθηκε χωρίς καν να δοθεί χρόνος για προετοιμασία ή προσαρμογή, είναι αυτό που έκανε το “σοκ της Κίνας” τόσο επώδυνο για ορισμένες περιοχές. Το σοκ των δασμών θα μπορούσε απλώς να επαναλάβει τις χειρότερες πτυχές του “κινεζικού σοκ”, χωρίς το αντίστοιχο όφελος, από άποψη οικονομικής ανάπτυξης και των φθηνότερων προϊόντων.
Η ομάδα του Τραμπ, όπως παρατήρησε ο Πολ Κρούγκμαν κατά τη διάρκεια του πρώτου εμπορικού πολέμου, ενεργεί σαν “ο οδηγός που πατάει έναν πεζό και προσπαθεί να διορθώσει τη ζημιά πηγαίνοντας πίσω – και ξαναπατάει το θύμα για δεύτερη φορά“.
Δεν είναι ακόμη σαφές εάν η ζημιά από τους δασμούς θα είναι τόσο συγκεντρωμένη οικονομικά όσο ήταν το “σοκ της Κίνας”. Οι απολύσεις σε μεγάλη κλίμακα από την κυβέρνηση και οι ακυρώσεις συμβάσεων απειλούν μια τοπική ύφεση στην Ουάσινγκτον, ενώ οι δασμοί στον Καναδά και το Μεξικό θα πλήξουν δυσανάλογα τις παραμεθόριες πολιτείες, αλλά η ζημιά από τις υψηλότερες τιμές και τις απώλειες θέσεων εργασίας θα γίνει αισθητή σε όλη τη χώρα.
Αφού μέρος της προσοχής που κέντρισε το “σοκ της Κίνας” ήταν η συγκέντρωσή του στις πολιτείες – κλειδιά των προεδρικών εκλογών, αυτό ενδέχεται να μειώσει την πολιτική επίδραση του σοκ από τους δασμούς.
Ωστόσο, σχεδόν από όλες τις πλευρές, το σοκ των δασμών είναι χειρότερο από το “σοκ της Κίνας”.
Το “σοκ της Κίνας” μείωσε τις τιμές για τους περισσότερους Αμερικανούς, αλλά το σοκ των δασμών θα τις αυξήσει! Το “κινεζικό σοκ” επικεντρώθηκε στον τομέα της βιομηχανίας, ενώ το σοκ των δασμών θα επηρεάσει πολλούς και διαφορετικούς τομείς. Ίσως το χειρότερο από όλα, να είναι ότι το “σοκ της Κίνας” ήταν σε μεγάλο βαθμό τότε αναπόφευκτο, ενώ οι δασμοί θα λέγαμε πως είναι ξεκάθαρα επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ και των Αμερικανών νομοθετών, οι οποίοι αδιαφορούν για το πόσο μπορεί να πλήξει τα συμφέροντα των πολιτών αλλά και του κόσμου.