Δασμοί Τραμπ: Τα αδύνατα σημεία της Ελλάδας και οι προτάσεις για “αναχώματα”
Διαβάζεται σε 14'
Η Ελλάδα έρχεται να αντιμετωπίσει τα νέα αυτά αχαρτογράφητα νερά, έχοντας, κυρίως τρία βασικά μειονεκτήματα. Το ένα έχει να κάνει με το υψηλό χρέος, το δεύτερο έχει να κάνει με την μεγάλη ανάγκη της οικονομίας για επενδύσεις και το τρίτο έχει να κάνει με το παραγωγικό μοντέλο της χωρας.
- 04 Απριλίου 2025 06:56
Μια κατάστασης «βέβαιης αβεβαιότητας», όπως ανέφερε πρόσφατα, σε έκθεσή του για την πορεία της οικονομίας, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, είναι η πλέον εύστοχη καταγραφή της εικόνας, που διαμορφώνεται στην οικονομία, τόσο σε εθνικό όσο και διεθνές επίπεδο.
Ήδη, το οικονομικό επιτελείο επιχειρεί, να σταθμίσει τις εξελίξεις και να δει πού μπορεί να υπάρξουν ζητήματα για την οικονομία της χώρας, που και πάλι καλείται να διαχειριστεί μια δύσκολη κατάσταση, σε μια συγκυρία, που αναζητούσε επιτάχυνση επενδύσεων, μεταρρυθμίσεων και ρυθμών ανάπτυξης, με στόχο τη περαιτέρω σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Οικονομία.
Προφανώς, είναι νωρίς για τη χάραξη πολιτικών μια και τα “απόνερα” από τις αποφάσεις του Προέδρου Τραμπ δε θα φανούν άμεσα, ούτε, φυσικά, είναι δεδομένο, ότι θα παραμείνουν, ως έχουν, μια και η έναρξη ενός “διμερούς” παζαριού των χωρών είναι προφανές.
Άλλωστε, είναι κι αυτός ένας από τους στόχους του προέδρου Τραμπ, που αξιοποίησε ακόμη και fake news, μπερδεύοντας δασμούς, συναλλαγματικές διαφορές, ΦΠΑ, διαφορετικά ρυθμιστικά καθεστώτα για να πείσει την αμερικανική κοινή γνώμη για την αναγκαιότητα της επιβολής δασμών σε “εχθρικές” χώρες.
Οι αδυναμίες
Στο φόντο αυτό η Ελλάδα έρχεται να αντιμετωπίσει τα νέα αυτά αχαρτογράφητα νερά, έχοντας, κυρίως τρία βασικά μειονεκτήματα. Το ένα έχει να κάνει με το υψηλό χρέος, που, σε μια συγκυρία, μάλιστα, ανόδου των αμυντικών δαπανών, της περιορίζει τη δυνατότητα κινήσεων δανεισμού για ενισχύσεις σε πληττόμενους κλάδους, που θα τους βοηθήσουν στη συνέχεια για κινήσεις επέκτασης σε άλλες αγορές. Το δεύτερο έχει να κάνει με την μεγάλη ανάγκη της οικονομίας για επενδύσεις, στη δεδομένη συγκυρία.
Επενδύσεις που είναι απαραίτητες για τη σύγκλισή της με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Σε ένα κλίμα ανόδου του μερκαντιλισμού και διεθνούς αβεβαιότητας κανείς ή καμιά δεν μπορεί να προδικάσει, εάν η επενδυτική τάση θα συνεχιστεί και βέβαια προς ποια κατεύθυνση.
Το τρίτο έχει να κάνει με το παραγωγικό μοντέλο της χωρας, που ακόμη δε δίνει επαρκώς ανταγωνιστικά διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά, που εύκολα, θα σταθούν στις διεθνείς αγορές, ακόμη και σε νέες, όπου και άλλες χώρες αναταγωνίστριες θα στραφούν για να καλύψουν ενδεχόμενα κενά από τις ΗΠΑ.
Βέβαια, αυτή η μορφή του παραγωγικού μοντέλου, που έχει και μεγάλη εξάρτηση κι από τον τουρισμό, ίσως στη συγκυρία αυτή αποδειχθεί και ευεργετική, με δεδομένη, την διεθνώς ογκούμενη διάθεση για ταξίδια. Άλλωστε, οικονομίες υπηρεσιών, όπως η Ελληνική μπορεί να προσαρμόζονται εύκολα σε καταστάσεις, όπως η δεδομένη, μένει, όμως, να φανεί την πράξη.
Θετικά “απόνερα”
Με βάση ανάλυση, συγκεκριμένα, της Εθνικής Τράπεζας μπορεί να υπάρξουν και θετικά σημεία στην διαχείριση της κατάστασης από την Ελλάδα. Όπως αναφέρει ανάλυσή της:
• Πλεονέκτημα για την ελληνική οικονομία αποτελεί ο σημαντικός ρόλος του τουρισμού που δεν επηρεάζεται άμεσα από τα μέτρα, ενώ εμφανίζει χαμηλή ευαισθησία στις διεθνείς οικονομικές διακυμάνσεις τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, η εξελισσόμενη σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή του Ν. Αιγαίου θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μία σημαντική δυσμενή εξωγενή παράμετρο αβεβαιότητας, βραχυπρόθεσμα, αποδυναμώνοντας την ανοδική τάση των τουριστικών εσόδων το 2025.
• Τα τουριστικά έσοδα από τις ΗΠΑ ανήλθαν σε €1,4 δισ. το 2023, από €0,7 δισ. το 2016, και το 2024 αναμένεται να φθάσουν σε νέο ιστορικό υψηλό (€1,5 δισ. στο 11μηνο του 2024). Το πλεόνασμα στο συνολικό διμερές εμπόριο υπηρεσιών με τις ΗΠΑ ανήλθε στα €2,6 δισ. το 2023 (12% του συνολικού ελληνικού πλεονάσματος εξαγωγικών υπηρεσιών).
• Η ισχυροποίηση του δολαρίου ενισχύει την ανταγωνιστικότητα κόστους των ελληνικών εξαγωγών, αλλά η θετική επίδραση αντισταθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από το υψηλό ποσοστό των, τιμολογούμενων σε δολάριο, ελληνικών εισαγωγών.
• Στο ενεργειακό πεδίο, η αναμενόμενη ενίσχυση της εξορυκτικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι θα συντείνει σε χαμηλότερες τιμές καυσίμων αν και οι βραχυπρόθεσμες επιδράσεις από τις τριβές που προκαλούν οι νέοι δασμοί και οι γεωπολιτικές εντάσεις παραμένουν σημαντικές. Η Ελλάδα θα επωφεληθεί μεσοπρόθεσμα από ενδεχόμενη μείωση των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου − λόγω της σχετικά υψηλής χρήσης τους στις μεταφορές, τη θέρμανση και την ηλεκτροπαραγωγή.
• Όσον αφορά τις Αμεσες Ξένες Επενδύσεις, οι εισροές κεφαλαίων από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα ανήλθαν στα €1,3 δισ. σωρευτικά την περίοδο 2021-23, αντιστοιχώντας περίπου στο 7,5% των συνολικών εισροών αυτής της περιόδου. Η όξυνση του ανταγωνισμού μέσω παροχής ισχυρότερων επενδυτικών κινήτρων από τις ΗΠΑ είναι πιθανό να προσελκύσει ξένα κεφάλαια, μειώνοντας συνολικά τις επενδύσεις προς την ΕΕ αλλά και προς την Ελλάδα, καθώς και να καταστήσει ακόμη δυσκολότερη την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων, ειδικά σε τομείς έντασης έρευνας και τεχνολογίας.
• Μεσοπρόθεσμα, οι αρνητικές έμμεσες επιδράσεις στην παραγωγικότητα και την ανάπτυξη στην ΕΕ αλλά και την Ελλάδα μπορεί να είναι πιο σημαντικές, με τη συνέχιση και εντατικοποίηση των μεταρρυθμίσεων, την αποτελεσματική αξιοποίηση της χρηματοδότησης από το ΤΑΑ και τους λοιπούς διαρθρωτικούς πόρους από την ΕΕ να αποτελούν τα βασικά, δυνητικά, συγκριτικά πλεονεκτήματα για τη χώρα μας, σε συνδυασμό με την υψηλή δημοσιονομική αξιοπιστία.
Οι σταθμίσεις
Πάντως, οι οικονομικοί παράγοντες του τόπου, ήδη, εκφράζουν την αγωνία τους. “Η αβεβαιότητα, η οποία τροφοδοτείται από διάφορους παράγοντες όπως οι γεωοικονομικοί κατακερματισμοί αλλά και ο διαφαινόμενος εμπορικός πόλεμος, αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά τον ρυθμό της διεθνούς οικονομικής μεγέθυνσης. Το διεθνές εμπόριο, καταλύτης της διεθνούς οικονομικής ανάπτυξης, αναμένεται να δεχθεί εξαιρετικά ισχυρές πιέσεις από το διαφαινόμενο «δασμολογικό σοκ»” αναφέρει η ΕΣΕΕ στην έκθεσή της για την πορεία του κλάδου για το 2024.
“Σε κάθε περίπτωση, οι μέγα-απειλές (mega-threats) της διεθνούς οικονομίας φαίνεται πως επηρεάζουν αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της. Οι αυξήσεις των δασμών αναμένεται να επηρεάσουν περισσότερο, όπως έχει δείξει και το πρόσφατο παρελθόν , τα ασθενέστερα νοικοκυριά” αναφέρει η έκθεση της ΕΣΕΕ.
Επίσης, με βάση παράγοντες των εξαγωγέων, υπάρχει προβληματισμός για τις έμμεσες επιπτώσεις των δασμών, δηλαδή, το πώς θα επηρεάσουν χώρες, όπως π.χ. η Γερμανία από όπου η Ελλάδα εξαρτάται, τόσο για τις εξαγωγές της, όσο και για τον τουρισμό της.
Την ίδια ώρα, παράγοντες του κλάδου τροφίμων, μιλώντας, την Πέμπτη, στο πλαίσιο του 15ου Food Retail Conference της Boussias, εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για τις εξελίξεις, “φωτογραφίζοντας” κινδύνους για ανατιμήσεις και μειώσεις στις ροές εμπορίου.
Χαρακτηριστικά, ο Γενικός Γραμματέας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή, Σωτήρης Αναγνωστόπουλος, μιλώντας στο συνέδριο, υπογράμμισε ότι οι δασμοί περιορίζουν το διεθνές εμπόριο και προκαλούν άνοδο τιμών, με άμεσο αντίκτυπο στους καταναλωτές.
«Οι δασμοί επηρεάζουν πρωτίστως τα ίδια τα κράτη που τους επιβάλλουν και τους καταναλωτές τους κατ’ επέκταση και μετά όλους τους υπόλοιπους», σημείωσε, προσθέτοντας ότι «θα πρέπει να δούμε τη μακροπρόθεσμη εφαρμογή των δασμών και ποια θα είναι η απάντηση των υπόλοιπων κρατών, αλλά και εάν υπάρξουν διαπραγματεύσεις». Εξέφρασε, πάντως, αισιοδοξία για τη διατήρηση ενός ανοιχτού εμπορικού περιβάλλοντος.
Στο ίδιο συνέδριο, ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος και επικεφαλής του Ομίλου METRO AEBE, Αριστοτέλης Παντελιάδης, χαρακτήρισε την απόφαση Τραμπ ως την απαρχή ενός πολέμου «όλων εναντίον όλων», όχι απλώς των ΗΠΑ εναντίον του υπόλοιπου κόσμου. «Οι δασμοί δημιουργούν εμπόδια στο παγκόσμιο εμπόριο και φέρνουν ύφεση. Θα ανεβάσουν τις τιμές, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν και φορολογικά έσοδα στα κράτη. Το πρόβλημα όμως δεν θα φανεί άμεσα – θα έρθει σταδιακά», υπογράμμισε.
Παράλληλα, ανέδειξε τη δυστοπική εικόνα του διεθνούς περιβάλλοντος, εκφράζοντας ανησυχία για τον ρόλο της Ευρώπης, την οποία παρομοίασε με «μια γιαγιά — άλλοτε συμπαθητική, άλλοτε όχι — που προσπαθεί να αντιμετωπίσει όλους τους εχθρούς του κόσμου».
Όπως είπε, σε πρώτη ανάγνωση, η πολιτική Τραμπ μπορεί να οδηγήσει την Ευρώπη σε ύφεση. Ωστόσο, ενδέχεται και να λειτουργήσει ως αφύπνιση, αν οι Ευρωπαίοι εκμεταλλευτούν την ευκαιρία για να δημιουργήσουν αντίβαρα και νέες στρατηγικές συμμαχίες, με την Κίνα ή άλλες δυνάμεις, όσο οι ΗΠΑ απομονώνονται. Υπογράμμισε, πάντως, ότι όσο η Ευρώπη λειτουργεί με κανόνες ομοφωνίας και έχει στους κόλπους της χώρες που παρεμποδίζουν κοινές αποφάσεις, όπως η Ουγγαρία, η δυνατότητα ουσιαστικής απάντησης θα παραμένει περιορισμένη.
Η βιομηχανία τροφίμων
Ως ένας παράγοντας αβεβαιότητας, σε ένα ήδη φορτισμένο τοπίο, προστίθενται οι νέοι δασμοί των ΗΠΑ, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ), Γρηγόρη Αντωνιάδη. Όπως επισήμανε, η ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών δρα την τελευταία τριετία σε ένα ιδιαίτερα παρεμβατικό περιβάλλον και καλείται να απορροφήσει κραδασμούς από υψηλές τιμές πρώτων υλών, ενεργειακά κόστη, επιτόκια και ευρωπαϊκές ανισότητες. Παράλληλα, αντιμετωπίζει ενδογενείς πιέσεις που απορρέουν από το μικρό μέγεθος της αγοράς, την κατακερματισμένη δομή σε ορισμένους υποκλάδους και το αυξημένο κόστος διανομής. «Οι δασμοί είναι ένα νέο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως η εποχή απαιτεί από τον κλάδο αντοχή και προσαρμοστικότητα.
Η θωράκιση
Να σημειωθεί, ότι όπως έχει αναφέρει, ήδη, από τις 20 Φεβρουαρίου ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στους Πρέσβεις των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Αθήνα, με θέμα “Προκλήσεις της ευρωζώνης σε ένα αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον” που οργανώθηκε από την Πρεσβεία της Δημοκρατίας της Πολωνίας στην Αθήνα, επ’ ευκαιρία της ανάληψης της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, απαιτείται μια σειρά κινήσεων για τη θωράκιση της ΕΕ.
Όπως είχε τονίσει, το μέγεθος των αρνητικών επιδράσεων στην ανάπτυξη θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από το εύρος των προϊόντων που θα υπόκεινται σε υψηλότερους δασμούς, τη διάρκεια ισχύος αυτών των δασμών, τα μέτρα που θα ληφθούν ως αντίποινα και η ανταπάντηση σε αυτά, και τα αποτελέσματα ανατροφοδότησης από τις παγκόσμιες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Παρεμπιπτόντως, τόσο η θεωρία όσο και η πρακτική εισηγούνται ότι οι δασμοί είναι συνήθως εργαλείο που προκαλεί ζημίες σε όλους τους εμπλεκόμενους (loose-loose), επομένως δεν θα ζημιωθούν μόνο οι εμπορικοί εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Προτάσεις
Στο φόντο αυτό η συζήτηση για πιθανά “αναχώματα” εντείνεται σε σχέση την απομείωση των κινδύνων. Ένα από αυτά είναι η ελληνική ομογένεια που στηρίζει τα ελληνικά προϊόντα και άρα θα επιμείνει να τα αγοράζει, πέρα, από το ότι αναμένεται να ασκήσει και πιε΄σεις στη διοίκηση Τραμπ για αλλαγές στους δασμούς σε κομβικά προϊόντα,
Όπως τόνισε ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, στο προαναφερθέν συνέδριο, «όλα εκείνα τα εργαλεία που απαιτούνται να χρησιμοποιηθούν αυτή τη στιγμή, είναι τα εργαλεία που χρειαζόμαστε διαχρονικά. Είναι η μεγαλύτερη ρευστότητα, η διευκόλυνση προς το τραπεζικό περιβάλλον. Οι οποιεσδήποτε ενισχύσεις μπορούν να γίνουν προς την εξαγωγική κοινότητα δεν είναι απλώς ευπρόσδεκτες — είναι πλέον αναγκαίες».
Αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη επιτάχυνσης των διαδικασιών σε υφιστάμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ, τα οποία έχουν ήδη δημοσιευτεί και μπορούν να ενισχύσουν έμπρακτα τους Έλληνες εξαγωγείς, όχι μόνο προς τις ΗΠΑ, αλλά συνολικά προς τις αγορές του εξωτερικού. «Η πολιτεία πρέπει να διασφαλίσει ότι αυτή η αγορά που χτίστηκε με κόπο θα διατηρηθεί», τόνισε με έμφαση.
“Η ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων” είχε, τονίσει, σε σχέση με κινήσεις θωράκισης, ο κ. Στουρνάρας και είχε προσθέσει: “Η ενδυνάμωση και επέκταση των εμπορικών συμμαχιών της Ευρώπης είναι επίσης κομβικής σημασίας για την αντιστάθμιση των εμπορικών κινδύνων. Η επέκταση διμερών και περιφερειακών προτιμησιακών εμπορικών συμφωνιών θα προωθήσει τη συνεργασία με άλλες χώρες και θα συμβάλει σε ένα λειτουργικό πολυμερές σύστημα διεθνούς εμπορίου, βασισμένο σε κανόνες. Αυτά τα βήματα είναι καθοριστικά για την αύξηση των επενδύσεων και την προώθηση της διατηρήσιμης ανάπτυξης, ενώ παράλληλα ενισχύουν την ανθεκτικότητα των οικονομιών μας απέναντι σε εξωτερικές διαταραχές” είχε επισημάνει ο κ. Στουρνάρας.
Την ίδια ώρα, πρόσφατη εβδομαδιαία ανάλυση της Alpha Bank, είχε αναφέρει ότι “είναι πιθανόν να γίνουν αλλαγές προς την κατεύθυνση της περαιτέρω εμβάθυνσης της ενιαίας αγοράς αγαθών και υπηρεσιών, με περισσότερες επενδύσεις, σε τομείς που είναι κρίσιμοι για την ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία, την πράσινη μετάβαση και την άμυνα. Αυτό δεν θα συμβεί από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά η ΕΕ έχει την ευκαιρία να εξέλθει πιο δυνατή από το αρνητικό σοκ των δασμών από τις ΗΠΑ. Είναι γεγονός ότι οι ΗΠΑ είναι ο κορυφαίος εμπορικός εταίρος της ΕΕ και ότι εξάγει περισσότερα αγαθά από αυτά που εισάγει.”
Παεράλληλα, στη ανάλυσή της η τράπεζα είχε σημειώσει ότι “οι χώρες-μέλη, οι οποίες έχουν τις μεγαλύτερες απώλειες από τους εμπορικούς δασμούς -σε όρους μείωσης των εξαγωγών τους προς τις ΗΠΑ- έχουν επίσης και τον μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο, όπως είναι η Γερμανία. Μάλιστα, ο νέος συνασπισμός που πιθανότατα θα προκύψει από τη συνεργασία Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών (μετά το αποτέλεσμα της 23ης Φεβρουαρίου) εκτιμάται ότι θα αξιοποιήσει τον δημοσιονομικό χώρο για τη χρηματοδότηση των αυξημένων αμυντικών δαπανών αλλά και άλλων επενδύσεων.
Με εξαίρεση την Ιταλία, οι υπόλοιπες χώρες που οι εξαγωγές τους προς τις ΗΠΑ ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ έχουν δημόσιο χρέος μικρότερο του 100% του ΑΕΠ. Αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις υπερχρεωμένων χωρών, όπως η Ιταλία, αναμένεται ώθηση του ΑΕΠ (και άρα αντιστάθμιση της απώλειας εισοδήματος από τη μείωση των εξαγωγών) από την αξιοποίηση άλλων πηγών, όπως είναι τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Αντίθετα, οι ΗΠΑ και το Ην. Βασίλειο έχουν περιορισμένα περιθώρια για δημοσιονομική επέκταση.
Προκειμένου να αντισταθμιστεί η απώλεια των εξαγωγών στις ΗΠΑ, η ΕΕ θα μπορούσε να περιορίσει τους εσωτερικούς δασμούς, ώστε να ενισχυθεί το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Αυτό το επιχείρημα, εξάλλου, το οποίο συμπεριλαμβάνεται και στις εκθέσεις Draghi και Letta, υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε σημαντικό πρόσθετο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Μάλιστα, το ΔΝΤ, σε πρόσφατη μελέτη του (Regional Economic Outlook Notes, Νοέμβριος 2024), εκτιμά ότι οι εσωτερικοί φραγμοί (π.χ. ενδοκοινοτικοί δασμοί, διαδικασίες εκτελωνισμού, χορήγηση αδειών εισαγωγής κ.ά.) της Ευρώπης ισοδυναμούν με δασμούς 44% για τη μεταποίηση και 110% για τις υπηρεσίες.
Όμως, σύμφωνα με την Alpha Bank, καθοριστικό ρόλο στις αναπτυξιακές προοπτικές της Ευρώπης αναμένεται να διαδραματίσει η γερμανική οικονομία, που δεν διανύει και την καλύτερή της περίοδο.
Χαρακτηριστικά, η Γερμανία διολίσθησε σε ύφεση, για δεύτερο έτος, όχι εξαιτίας μιας προσωρινής αδυναμίας, αλλά λόγω θεμελιωδών ζητημάτων που εγείρουν αμφιβολίες για το οικονομικό της μοντέλο. Είναι γεγονός ότι η κατάσταση στη Γερμανία είναι διαφορετική από την αντίστοιχη πριν από 25 χρόνια, όταν η Γερμανία θεωρούταν και πάλι ο “μεγάλος ασθενής” της Ευρώπης.
Η λύση τότε ήταν σχετικά απλή, αφού η ανάπτυξή της που στηρίχθηκε έντονα στις εξαγωγές, τη βιομηχανική ισχύ και την ηγετική της θέση στην τεχνολογία δεν αμφισβητήθηκαν. Τότε στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία εφαρμόσθηκαν συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν σε αξιόπιστα και ισχυρά αποτελέσματα, για αρκετά χρόνια μετά.
Σήμερα, ωστόσο, κάθε πυλώνας του παραδοσιακού μοντέλου ανάπτυξης της Γερμανίας αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις: ο εξαγωγικός προσανατολισμός αγγίζει τα όριά του σε περιόδους αυξανόμενου προστατευτισμού, η ηγεσία της τεχνολογίας της έχει αμφισβητηθεί με τη μετατόπιση της κυριαρχίας σε ανταγωνιστές, όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ, ενώ και η βιομηχανική της δύναμη βρίσκεται υπό πίεση, εξαιτίας της δαπανηρής ενεργειακής μετάβασης.
Η αυτοκινητοβιομηχανία της αποτελεί την επιτομή αυτής της “τέλειας καταιγίδας” εξαιτίας παραγόντων όπως: α) απειλές δασμών από τις ΗΠΑ, β) υστέρηση στην τεχνολογία των ηλεκτρικών οχημάτων και γ) μεγάλο ανταγωνιστικό μειονέκτημα κόστους. Σε αυτό το ευμετάβλητο περιβάλλον, η Γερμανία αναμένεται να επηρεαστεί ιδιαίτερα έντονα από ενδεχόμενη επιβολή δασμών στα εισαγόμενα ευρωπαϊκά προϊόντα στις ΗΠΑ. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι διατηρεί στενές εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ.